γράφει η Λιάνα Σταρίδα

 

Αναμνήσεις από τον Κούλε 

 

   Τώρα πια μπαίνω στο φρούριο ως επισκέπτρια.  Σκληρό πράγμα η σύνταξη, ειδικά όταν τα «παιδιά» σου, που φρόντισες κι αγάπησες και πάλεψες γι αυτά, φαντάζουν ξένα και απόμακρα.

   Και αμέσως μετά, εικόνες γεμίζουν το μυαλό κι όλα γυρνούν πίσω, στο τότε που έμπαινα ως υπεύθυνη για τον Κούλε αρχαιολόγος. Ένα βιβλίο θα έγραφα με τις αναμνήσεις αυτές. Ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη και νοσταλγία.

   Δεν προλαβαίνω πια.

   Ανασύρω μόνο κάποιες έντονες στιγμές που δεν θα ξεχαστούν όσο κι αν οι καιροί εκείνοι απομακρύνονται.

 

Ιστορία 1

   22 Μαΐου του 1994. Ως κεραυνός αν αιθρία έπεσε η είδηση ότι στον Κούλε κατέφθασε η κομπανία του Ανδρέα Μικρούτσικου για live εκπομπή στο δώμα του φρουρίου. Τη θυμάστε την εποχή των εκπομπών αυτών, σωστά;  Έτρεξα στο φρούριο και ξεκίνησε άγριος καυγάς. Ήταν κι η Μαρίνα Τσιντικίδου εκεί, χαριτωμένη και γελαστή κι αμίλητη!!! Τόνισα πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό το εγχείρημα. Όλα τα κοπέλια θα την κοπανούσαν από τα σχολεία τους κι αν μαζευόταν η πιτσιρικαρία και οι έφηβοι στο δώμα και κρέμονταν από τις επάλξεις, μια τόση δα πετρούλα να έπεφτε, κάποιο κεφάλι σίγουρα θα άνοιγε! Τίποτα δεν κατάφερα. Αναμενόμενο. Είχε έγκριση από την κεντρική διεύθυνση του ΥΠΠΟ. Την επόμενη μέρα ξαναπέρασα, τα ξαναείπαμε, σε ντουβάρια φώναζα. Γύρω στις 12 το μεσημέρι έκανα ανασκαφή στα έγκατα της γης όταν άρχισαν να πέφτουν πέτρες, ν’ ακούγεται βοή και κόσμος να φωνάζει ΣΕΙΣΜΟΣ!!! Μια χαρά δυνατός δυνατός ήταν! Τίποτα δεν σκέφτηκα, ούτε καν τα παιδιά μου στο σχολείο. Μ’ έπιασε πανικός! Άρπαξα το ποδήλατο και έτρεξα στο φρούριο έτοιμη για τα χειρότερα!

   Χαμπάρι δεν είχαν πάρει!!!

   Όλοι μέσα στην τρελή χαρά, τα ντεσιμπέλ ξεκούφαιναν τη μισή πόλη. Μετά το πρώτο ουυφ! ανακούφισης διέκοψα την εκπομπή και τους είπα, «μαζέψτε τα ΤΩΡΑ! Και φτηνά τη γλυτώσατε  που δεν κατάλαβαν τα παιδιά τον σεισμό με τόση φασαρία!». Η εκπομπή σταμάτησε «για τεχνικούς λόγους».

   Έφυγαν.

 

   Κι όχι τίποτ’ άλλο  δηλαδή, αλλά εγώ θα την πλήρωνα τη νύφη!

 

Ιστορία 2

   Φλεβάρης. Καιρός ελεεινά άγριος, 10 μποφώρ και καταιγίδα. Ο Κούλες ούτε καν φαινόταν και το λιμάνι έβραζε. Τα κύματα θεόρατα βουνά. Ήρεμα ήρεμα απολάμβανα την καταιγίδα στο σπίτι μου όταν γύρω στις 10 τη νύχτα ντρρρν το τηλέφωνο! Δύο ερωτευμένοι έφηβοι είχαν κλειστεί στο φρούριο. Το ζευγαράκι, κρυμμένο ένας θεός ξέρει πού, παραδομένο στις ορμές του, ούτε είδε ούτε άκουσε  τους φύλακες ούτε και οι φύλακες είδαν κανένα. Έκλεισαν λοιπόν τους γενικούς διακόπτες, βυθίστηκε στο έρεβος το φρούριο και πήγαν στα σπιτάκια τους.        Ολοσκότεινα, ζοφερή η νύχτα, κάποια στιγμή πήραν ανάσα τα παιδιά, κατάλαβαν τι πάθανε και φυσικά πανικοβλήθηκαν άσχημα.

   Ανέβηκαν στο δώμα και ούρλιαζαν, έκαναν σινιάλα, χοροπηδούσαν μα ποιος να τους δει και ποιος να τους ακούσει μέσα στον χαλασμό! Εν τέλει, κάποιο σαΐνι  του λιμεναρχείου που περνούσε από απέναντι διέκρινε στο φως μιας αστραπής τις δυο σιλουέτες και βάρεσε συναγερμό.

   Τρέχω στο λιμάνι, με παραλαμβάνει μια κλούβα του Λιμεναρχείου, κλειδιά δεν είχα, άντε να βρω κάποιον από τους φύλακες. Και άντε να πλησιάσουμε τον Κούλε! Εδώ με 5 μποφώρ και δεν τολμάς να πλησιάσεις. Η κλούβα λουζόταν από τα κύματα και σκαμπανέβαζε όσο πλησιάζαμε. Φτάσαμε τελικά κοντά στην πόρτα και βγήκα έξω. Δύο βήματα πρόλαβα να κάνω κι ένα κύμα με πέταξε μέσα στη θάλασσα στην πλευρά του λιμανιού. Άλλος καημός αυτός, «πάει αυτό ήταν, θα πνιγώ άδοξα» ήταν το μόνο που σκέφτηκα. Κακήν κακώς με μαζέψανε οι λιμενικοί, ήρθε κι ο φύλακας στο μεταξύ, ουφ βγάλαμε τα πανικόβλητα παιδιά.

   Τρέμοντας απ’ το κρύο και στάζοντας θάλασσα αναγκάστηκα να αντιμετωπίσω τους εξαγριωμένους γονείς που, αφού τύλιξαν με κουβέρτες τα καμάρια τους, ήταν έτοιμοι να με λυντσάρουν! Λες και τους είπα εγώ πού να κρυφτούν για τις απολαύσεις τους!

   Ευτυχώς με γλύτωσαν και πάλι οι λιμενικοί και με φυγάδευσαν πριν με ξαναρίξουν οι τρελαμένοι στη θάλασσα.

   Πάντως δεν έπαθα πνευμονία! 

 

Ιστορία 3

   Μέσα στον Κούλε υπάρχει ένας ταλαιπωρημένος βράχος σε μια γωνιά, διαβρωμένος από τη θάλασσα, γεμάτος σκουριά και άλατα.

   Πριν πολλά πολλά χρόνια, κάποιος γραφικός τύπος που ερχόταν καθημερινά στο φρούριο, είχε αυτοχαρακτηριστεί ξεναγός. Εμείς τον κάναμε χάζι, είχε πλάκα και τα «ήξερε όλα» όπως έλεγε κι εμείς είμαστε «χαϊβάνια» όπως μας αποκαλούσε γελαστά.

Παραλάμβανε λοιπόν τους τότε λιγοστούς τουρίστες με το ζόρι και τους περιέφερε στους χώρους αραδιάζοντάς τους διάφορα σε μια ακατάληπτη γλώσσα.

   Τους πήγαινε στον βράχο και τους έλεγε με μακάβριο ύφος: «Χίαρ Ντασκαλογιάννης χρρρρρρρρτς!», κάνοντας συνάμα χειρονομία πως τάχα του έκοβαν το λαιμό! Ανατρίχιαζαν οι ξένοι με το χρρρρρρρρρρτς..περί «Ντασκαλογιάννης» ούτε λόγος ούτε λύπη.

   Στη συνέχεια τους πήγαινε στη σκοτεινή στοά όπου φυλάσσονται τα βόλια. Με περίσσιο καμάρι τους εξηγούσε: «Δις ις βόλια…μπουμ μπουμ μπουμ». Για του λόγου το αληθές, ακουμπούσε ένα πέτρινο βόλι και μετά το τοίχωμα της στοάς κι εξηγούσε: « Δις βόλι ις πέτρα…λουκ λουκ άδερ πέτρα…σέιμ, ε;».

   Μετά ακουμπούσε ένα σιδερένιο βόλι κι έλεγε με στόμφο: «Δις βόλι ις σίντερο…σίντερο λάικ δις!» και τους έδειχνε την αμπάρα! Αν δεν καταλάβαιναν αγανακτούσε και έκανε την κίνηση του σιδερώματος λέγοντας: «σίντερο…δις ις σίντερο, οκ;».

   Οι τουρίστες έφευγαν αλλοπαρμένοι!

   Κάποια στιγμή χάθηκε. Δεν ξέρω αν ζει τώρα πια. 

 

ΕΠΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ...