γράφει η Λιάνα Σταρίδα

 

Πορνεία και καφωδεία στο Ηράκλειο 

Τέλη 19ου - Αρχές 20ου αιώνα 

 

 

   Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, η πορνεία ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη σε πόλεις - λιμάνια της ανατολικής Μεσογείου. Στις πηγές αναφέρεται ότι γίνονταν επανειλημμένα εκτοπίσεις πορνών μια και φαίνεται ότι είχε εξαπλωθεί στον Χάνδακα η πορνεία σε όλο τον 19ο αι. Την τελευταία 25ετία του 19ου αι. καταγράφονται  περιστατικά πορνείας στις εφημερίδες της πόλης: στην εφημ. Μίνως του 1881 διαβάζουμε αναφορά σε συμπλοκή οινοβαρών και φαυλόβιων πολιτών σε οίκο ανοχής, στην εφημ. Ηράκλειον του 1894, αναφορά σε μαυλίστρες που εμπαίζουν την αιδώ και φθείρουν υλικώς και ηθικώς τους πολίτες. Οι εισαγόμενες πόρνες από το εξωτερικό παρίσταναν τις αοιδούς ή τις χορεύτριες. Περίπου 560 γυναίκες ήρθαν από διάφορα λιμάνια της Μεσογείου για να προσφέρουν σεξουαλικές και ψυχαγωγικές υπηρεσίες στους 10000 περίπου ναυτικούς και στρατιωτικούς των διεθνών δυνάμεων που είχαν στρατοπεδεύσει στα μεγάλα λιμάνια της Κρήτης και φυσικά οι περισσότεροι από αυτούς στο Ηράκλειο.

   Εκτός από το ζήτημα της δημόσιας ηθικής, το πρόβλημα της πορνείας διαπλέχτηκε και με το θέμα της κοινωνικής υγιεινής. Στα χρόνια της Κρητικής Πολιτείας το πρόβλημα οξύνθηκε, παρά τις απελάσεις Οθωμανών ιερόδουλων λόγω σύφιλης από τη γαλλική και κρητική χωροφυλακή, ενώ ένα από τα μέτρα με τα οποία οι τοπικές αρχές προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της εισαγόμενης πορνείας ήταν η αυστηρή αστυνομική επιτήρηση και ο έλεγχος των γυναικών ελευθέρων ηθών.

   Μια απογραφή που διενήργησε η κυβέρνηση της Κρητικής πολιτείας το 1900, αναφέρει 202 νόμιμες ιερόδουλες στην Κρήτη από τις οποίες οι 70 στο Ηράκλειο. Εάν στον αριθμό αυτό συμπεριλαμβάναμε το σύνολο των πορνών που εξασκούσαν παράνομα το επάγγελμα,  ο αριθμός αυτός θα ήταν σίγουρα πολύ μεγαλύτερος. Αυτή η πολυάριθμη παρουσία πορνών απασχόλησε ιδιαίτερα τις αρχές της πόλης φοβούμενες τη διάδοση αφροδισίων νοσημάτων και τον εθισμό στην πορνεία από τους κατοίκους και επιδίωξαν την κοινωνική απομόνωση και τον ιατρικό έλεγχο τον ιερόδουλων.

   Η πρώτη προσπάθεια χωροταξικής διευθέτησης του προβλήματος χρονολογείται από το 1897. Τότε εγκαταστάθηκαν τα πορνεία στην περιοχή «κλέφτικο σοκάκι» κοντά στο λιμάνι γύρω από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Φυσικά υπήρχαν και μεμονωμένες οικίες σε διάφορα σημεία της πόλης που χρησιμοποιούνταν ως οίκοι ανοχής.

   Στο μεταξύ, ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας που απέκτησε σταδιακά ο χώρος νότια και δυτικά του λιμανιού όπου κατοικούσαν επιφανείς οικογένειες εύπορων αστών και λογίων στις συνοικίες Βεζίρ και Κουτάλα οδήγησαν στην ανάγκη μετεγκατάστασης των χαμαιτυπείων σε απόκεντρες περιοχές του Ηρακλείου. Σε έγγραφο που απέστειλε ο δήμαρχος Μουσταφά Δεληαχμετάκης προς τη Μοιραρχία Ηρακλείου τον Φεβρουάριο του 1899,  «κατ αυτά ήρθαν εις την πόλιν γυναίκες επιληψίμων ηθών και κατώκησαν εις μέρη  της πόλεως τοιαύτα ένθα δεν επιτρέπουν τα χρηστά ήθη να μένουν τοιαύτες γυναίκες και προς τούτοις μανθάνω ότι έχουσι πολλά νοσήματα κολλητικά. Τοιαύται γυναίκες είθισται να μένωσι εις απόκεντρα και ορισμένα μέρη της πόλεως και να παρατηρούνται τακτικώς υπό ιατρού». Δυο μέρες μετά, με αντίστοιχη επιστολή, ζητήθηκε να χωριστούν τα μέρη που θα εγκαθίσταντο οι Οθωμανές πόρνες από τα μέρη των Χριστιανών πορνών ώστε να μην συμβαίνουν επιπλέον συμπλοκές. Η λύση που επιλέχθηκε τελικά από το καθεστώς της Κρητικής Πολιτείας ήταν η συνολική νομοθετική ρύθμιση της πορνείας με το διάταγμα Περί Χαμαιτυπείων (νόμος 173/1900) με το οποίο θεσμοθετήθηκε η γκετοποίηση της πορνείας, η επιβολή αυστηρού περιορισμού των πορνών σε περίκλειστους χώρους ή συνοικίες, η απαγόρευση της εξόδου από τα χαμαιτυπεία και της μετάβασης των ιερόδουλων σε δημόσιους χώρους χωρίς την άδεια της αστυνομίας, η θεσμοθέτηση του ρόλου του διευθύνοντος του χαμαιτυπείου με κατώτατο όριο ηλικίας τα 40 χρόνια, οι ακριβείς αρμοδιότητές του, η αστυνομική επιτήρηση των πορνείων, η συστηματική ιατρική επιθεώρηση των κοινών γυναικών και η σύνταξη λεπτομερούς καταλόγου των λειτουργούντων πορνείων του Ηρακλείου.

Τότε εγκαταστάθηκαν οι Χριστιανές ιερόδουλες στη συνοικία Σερτουρνά στον Λάκκο και τα οθωμανικά πορνεία στις βόρειες παρυφές της συνοικίας Κιζίλ νότια του κόλπου Δερματά και δυτικά της Εβραϊκής. Ήταν μια περιοχή απομακρυσμένη από το διοικητικό κέντρο του Ηρακλείου και στιγματισμένη από τα χρόνια των Οθωμανών αφού υπήρχαν από τότε οίκοι ανοχής όπου σύχναζαν μουσουλμάνοι αγαπητικοί και μεμέτιδες. Αυτή η γκετοποίηση δεν εμπόδιζε φυσικά τη λειτουργία διάσπαρτων οίκων ανοχής σε άλλες περιοχές της πόλης.

   Στην ουσία η πολιτεία νομιμοποιούσε τις σχέσεις μαστροπείας ανάμεσα στη «μαντάμα» και τον «νταβατζή» με τις ιερόδουλες. Η «μαντάμα» ήταν ηλικιωμένη πόρνη που εξασκούσε τον νόμιμο ρόλο του οικονομικού διαχειριστή και του εκπροσώπου του οίκου ανοχής. Αναφέρεται και ως τσατσά, ματρόνα και μαμά. Ο νταβατζής, που εξασκούσε τον άτυπο ρόλο του προστάτη του χαμαιτυπείου αναφέρεται και ως προστάτης, αγαπητικός και πατέρας.

   Στον Λάκκο συγκεντρώνονταν ετερόκλητα άτομα και ομάδες με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις. Η διεκδίκηση και οικειοποίηση κάποιας ταυτότητας οδήγησε σε μια ιδιότυπη μορφή κουλτούρας.

   Οι μόνιμοι Λακκουδιανοί ήταν οι τακτικοί επισκέπτες που ήταν πελάτες από την πόλη και από την ενδοχώρα και είχαν το στέκι τους εκεί και φυσικά οι περαστικοί πελάτες.

   Στη μικρή αυτή περιθωριοποιημένη κοινωνία σημαντικό ρόλο έπαιζαν βασικοί κοινωνικοί χαρακτήρες της περιόδου.

   Ο μάγκας ήταν ένας αναγνωρισμένος κοινωνικός τύπος της εποχής και ένα σύμβολο της τοπικής κοινωνίας. Διακατέχεται από ανδρεία, γενναιότητα, φιλότιμο, αυτοέλεγχο, μπέσα και σωφροσύνη. Ξεχώριζε χάρη στους ιδιαίτερους τρόπους συμπεριφοράς και την επιβλητική εξωτερική εμφάνιση με το μόρτικο ντύσιμο, το κομπολόι και το λουστρίνι παπούτσι με καστόρι στο πάνω μέρος. Ντερβίσης, μόρτης και αλάνι ήταν η ντόμπρα εκδοχή του μάγκα. Γιατί υπήρχαν μάγκες και μάγκες. Οι τσιχλίμαγκας, κοροϊδόμαγκας, μαχαλόμαγλας και κουραδόμαγκας ανήκαν εμφανώς σε άλλη κατηγορία.

   Οι ρεμπέτες είχαν προνομιακή θέση, διέθεταν κύρος και γόητρο αντιπροσωπεύοντας έτσι μια ελίτ στο εσωτερικό του κόσμου της μαγκιάς. Ο ρεμπέτης διακρινόταν από τον «τυχόντα» μάγκα από την εξωτερική του εμφάνιση και συμπεριφορά. Πρωταγωνιστούσε σε ψυχαγωγικές καταστάσεις γλεντιού, χορού, τραγουδιού και χασισοποσίας.

   Μια άλλη σημαντική κατηγορία ήταν οι λιμανιώτες, οι οποίοι εργάζονταν γύρω απ’ το βενετσιάνικο λιμάνι ως βαρκάρηδες, μαουνιέρηδες, ψαράδες, καραγωγείς. Οι λιμανιώτες είχαν αναλάβει την προσέλκυση πελατείας ενώ πολύ συχνά, γνωστοί λιμανιώτες χρησιμοποιούσαν το γόητρό τους για να γίνουν αγαπητικοί στον Λάκκο. Ο καλντιριμιτζής μπερμπάντευε στα πλακόστρωτα ή χωμάτινα καλντερίμια του Κάστρου και διακρινόταν για τις ικανότητες του στις αγωνιστικές αντιπαραθέσεις ανδρών, τα νταηλίκια και τις ερωτοτροπίες, τα λεγόμενα γιανκιλίκια. Σε εφημερίδες των αρχών του 20ου αι. σχολιάζεται το πρόβλημα της ανεξέλεγκτης δράσης των καλντιριμιτζήδων, που αναφέρονται και ως κουτσαβάκηδες, μουρμούρια και καπανταήδες. Οι δραστηριότητες τους ήταν συχνά ανεξέλεγκτες και εύρισκαν πρόσφορο έδαφος στις διενέξεις που αναπτύχθηκαν από τα τέλη του 19ου αι. ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς.

Άλλη κατηγορία ήταν οι μποέμηδες, οι γλεντοκόποι και νυχτοπερπατητές αστοί της πόλης, οι οποίοι συνήθιζαν να σκορπούν επιδεικτικά τα χρήματά τους σε νυκτερινά κέντρα, φρόντιζαν επιμελώς την εξωτερική τους εμφάνιση και είχαν πάρε δώσε με γυναίκες της νύχτας.

   Η υιοθέτηση ευρωπαϊκών προτύπων ήταν εμφανής, όχι μόνο στο ντύσιμο αλλά και στους χορούς, τις μουσικές και τις θεατρικές τους προτιμήσεις. Συχνά τους συναντάμε σαν «παραλήδες», «λιμοκοντόρους», «φιόγκους», «φραγκόκωλους» και «αρχοντορεμπέτες». Ωστόσο, οι διαφορές που χώριζαν τους μποέμηδες και τους μάγκες δεν εμπόδιζαν την επικοινωνία και τη σύναψη σχέσεων μεταξύ τους.

   Οι χωρικοί τέλος, αποτελούσαν σημαντική πηγή εσόδων για την οικονομία του Λάκκου. Θεωρούνταν ιδιαίτερη κατηγορία και περιγράφονται ως μερακλήδες, κυρίως λόγω των ικανοτήτων τους στη ρακοποσία, το χορό και το αντριλίκι.

   Παρ’ όλο που το διάταγμα περί χαμαιτυπείων μπόρεσε κατά κάποιο τρόπο να ελέγξει και να επιτηρήσει την επίσημη πορνεία, τα αμέσως επόμενα χρόνια οξύνθηκε η ανεπίσημη πορνεία που εξασκούσαν λαθραία σε ξενοδοχεία και καφωδεία της πόλης «αοιδοί και χορεύτριες». Αυτή η συγκαλυμμένη πορνεία αντιμετωπίστηκε με αυστηρή επιτήρηση ταβερνών, καπηλειών, καφενείων και ξενοδοχείων. Με αστυνομικές διαταγές επιχειρήθηκε ο έλεγχος της λαθραίας πορνείας στα πολυάριθμα καφωδεία της πόλης με απαγορεύσεις ιδιαιτέρων δωματίων στους τόπους αυτούς.

   Η ίδια κατάσταση συνεχίστηκε την α΄ δεκαετία του 20 ού αι. ενώ στη β΄ δεκαετία του, μετά την αποχώρηση των Άγγλων στρατιωτών το 1908 και το οριστικό κλείσιμο των καφωδείων στα τέλη του 1913, το θέμα της πορνείας πήρε πια δεύτερη θέση στις στήλες των εφημερίδων.

   Από τα τέλη του 19ου αι. και μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους, εμφανίστηκαν σποραδικές αναφορές για παραστάσεις λαϊκών θεαμάτων. Από αυτά, την πιο σημαντική θέση στις προτιμήσεις του λαϊκού κοινού της καστρινής κοινωνίας κατείχε το θέατρο σκιών. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, ο μπερντές του Καραγκιόζη μεταφέρθηκε σε προσφυγικούς συνοικισμούς και σε λαϊκές γειτονιές. Εκτός από το θέατρο σκιών, ένας άλλος τύπος λαϊκής αναψυχής, το «γυρολόγι της ταβέρνας», απασχόλησε τις στήλες των τοπικών εφημερίδων και συνδέθηκε με τον μικρόκοσμο του Λάκκου.

   Στον Λάκκο, το τραγούδι δεν είχε στοιχεία κλειστής παράδοσης. Αντίθετα απ’ ότι κάποιος θα φανταζόταν, οι Λακκουδιανοί είχαν ένα ευρύ φάσμα τραγουδιών: ελαφρές μελωδίες, ευρωπαϊκά, καντάδες, δημοτικά, κρητικά, ταμπαχανιώτικα, νησιώτικα, μωραϊτικα, ρουμελιώτικα, κλέφτικα, μικρασιάτικα, ρεμπέτικα της σμυρναίικης σχολής και πειραιώτικα, μάγκικα, βλάμικα, ντερβίσικα, της φυλακής, χασικλίδικα και σαφώς τα ρεμπέτικα τραγούδια του ίδιου του Λάκκου. Τα τραγούδια του Λάκκου ήταν ανώνυμες δημιουργίες που διαδίδονταν προφορικά από λιμάνι σε λιμάνι, από παρέα σε παρέα και ήταν ανοικτές στον αυτοσχεδιασμό και την περιστασιακή αναδημιουργία.

Στις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες τα πορνεία εξακολουθούσαν να λειτουργούν στον Λάκκο, αλλά οι λατέρνες και τα μπουζούκια ολοένα και ηχούσαν λιγότερο. Μάγκες και νταήδες μετέφεραν αλλού τις οικονομικές τους δραστηριότητες και οι εφημερίδες ελάχιστα πια ασχολούνταν με τα δρώμενα της συνοικίας.

   Συγχρόνως  με τον Λάκκο, η ζωή γύρω από τα οθωμανικά χαμαιτυπεία ακολουθούσε παράλληλη πορεία. Διαβάζουμε στην εφημ. Ελευθέρα Σκέψις,  6/11/1928, σε άρθρο του Άρη Χατζιδάκις: «Την εποχή που αναφέρουμε η γειτονιά αυτή ήταν το λημέρι των Τούρκων κουτσαβάκηδων της πόλης μας. Μια τουρκική συνοικία του Ψυρρή. Στα καφενεία και τις ταβέρνες της συχνάζανε επικίντυνοι μαχαιροβγάλτες, βολτοφέρνανε οι Τούρκοι νταήδες κείνου του καιρού, τσουρλούσανε καταγής τα ζαράκια τους με το φλυτζάνι οι κουμαρτζήδες και μεθοκοπούσαν οι χασισοπότες. Για όσους θυμούνται την εποχή εκείνη αξέχαστα θα μείνουν τα θορυβώδικα γλέντια τους με τις τουμπερλέκες που τις κρεμούσαν απ’ το δεξί τους ώμο και βγάζανε ένα δαιμονισμένο κρότο...».

   Μέσα και γύρω από τους τρεις βασικούς πυρήνες λοιπόν, τον Λάκκο, την Κιζίλ Τάμπια και το λιμάνι εγκαταστάθηκαν και λειτούργησαν πλήθος καφενεία, ταβέρνες και κουτούκια, τα περισσότερα από τα οποία μετατρέπονταν τις νύχτες σε καφωδεία. Μα κι άλλα πολλά, διάσπαρτα στην πόλη, προσέλκυαν κάθε νύχτα την πελατεία τους και στις φτωχογειτονιές, σε κουτούκια και καφενεία απολάμβαναν τους γυρολόγους λατερνατζήδες με τα ντέφια τους, τους καραγκιοζοπαίκτες και τον Φασουλή.

   Τα καφωδεία διακρίνονταν σε καφέ Αμάν και καφέ Σαντάν και εμφανίστηκαν στο Ηράκλειο πριν το 1890. Βασικά ήταν ταβέρνες και καφενεία με μικρό ξύλινο παλκοσένικο για τους τραγουδιστές, τραπέζια και καρέκλες.

   Στα Καφέ Αμάν, που γνώρισαν μεγάλη ακμή από τα 1895 και μετά, οι πελάτες άκουγαν ανατολίτικη μουσική και παρακολουθούσαν  ανατολίτικους χορούς πίνοντας άφθονο κρασί και καπνίζοντας το ναργιλέ τους.

   Τα Καφέ Σαντάν ήταν δυτικότροπα με πιο εκλεπτυσμένη μουσική και περιβάλλον.

   Στις κατεξοχήν μουσουλμανικές συνοικίες δεν σύχναζαν χριστιανοί εκτός κι αν πήγαιναν γυρεύοντας για καυγάδες και μαχαιροβγάλματα.

   Στην Κιζίλ Τάμπια (Αγία Τριάδα), σε κάθε μικρή πλατεία υπήρχαν καφενέδες και ταβέρνες.

   Γύρω από το Βαλιδέ τζαμί (πλατεία Κορνάρου) και την οθωμανική φιλανθρωπική κρήνη, όπως και λίγο δυτικότερα, στο Σεϊτάν Ογλού (πλατεία Αρκαδίου), ένα σωρό μουσουλμανικά καφενεία φιλοξενούσαν αοιδούς και χορεύτριες. Ονομαστά ήταν τα καφενεία των Τζαφέρη, Μουλασάκ και Ντουλπίρη.

   Στην άλλη καθαρά μουσουλμανική συνοικία του Γενί τζαμί, φημισμένο ήταν το καφενείο του Μεζιέτ Αλή και στην καινούρια Πόρτα (πύλη Ιησού), το καφενείο του Πορτοκάλη, που κατεδαφίστηκε πριν μερικά χρόνια.

   Και φυσικά οι τουρκοκρητικοί σύχναζαν στους δερβίσικους τεκέδες που λειτουργούσαν μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923.  

   Από την άλλη, στις χριστιανικές και μεικτές συνοικίες άνθιζαν τα νυχτερινά κέντρα, τα καφενεία και οι ταβέρνες. Ο Λάκκος ήταν το στέκι και η αφετηρία των νυχτοπερπατητών, των τραγουδοποιών, των γυρολόγων και των ρεμπετών.

   Στο Μπεντενάκι υπήρχε ένα μεγάλο Καφέ Σαντάν, όπου σύχναζαν οι «μποέμηδες» και οι θαμώνες του Καζίνου του Ροΐδη που βρισκόταν στην οδό Χάνδακος στη συμβολή με την οδό Βιστάκη.

   Για το μεγάλο επίσης Καφέ Σαντάν στην οδό Καρτερού στα ψαράδικα γράφει ο Δερμιτζάκης: «Στα ντουκιάνια της παραπάνω περιόδου που ελέγουνταν Καινούργιο Τσαρσί, εκεί που είναι σήμερα τα ψαράδικα στην αρχή όπως τραβάμε κάτω αριστερά περνώντας λίγα ντουκιάνια ήταν το μεγάλο Καφέ – Σαντάν που σ’ αυτό οι λογής λογής πριμαντόνες με τα σκέρτσα, τα κουνήματα, τα τραγούδια και τσοι χορούς που εξετέλευαν εκεί ολονυκτίς επαλάβωναν τους μερακλήδες Καστρινούς χριστιανούς και τούρκους εκείνου του καιρού. Αλλά αυτή που το παράκανε με τα σκέρτσα της τα πολλά και τα καμώματά της ήταν η παμπόνηρη η φραντσέζα πριμαντόνα η περιβόητη Ρόζα, που με τα τσαλίμια και τα μαλιμάτια της είχε φουντωμένα τα σεκλέτια ως και του Νουρή Μπέη του πλούσιου γιγουρτσή στο τσαρσί του Καμαράκι, που στο νταλκά τον είχε βουτημένο πήγαιναν να του φυσήσουν τα μυαλά».

   Και πάλι από τον Δερμιτζάκη μαθαίνουμε για τα δύο μεγάλα Καφέ Σαντάν του Κουρή και του Καρέλη, στην αρχή της Λ. Δικαιοσύνης Δικαιοσύνης: «…τραβώντας κάτω για να πιάναμε το δρόμο να φτάναμε στο τσαρσί, το Μεϊντάνι, εκεί που στέκεται σήμερα ο χωροφύλακας της τροχαίας αριστερά μας, είχαμε το μεγάλο Τούρκικο Κισλά (στρατώνα) που είναι ακόμα και σήμερα, και που το μάκρος του είναι γνωστό και στους σημερινούς Καστρινούς, με τη διαφορά πως δεν είχε κοπή στα δυο του σημερινά σημεία κι αριστερά στα πεζοδρόμια τα δυό μεγάλα ντουκιάνια του Γιώργη του Κουρή και του Καρέλη με τις  τζαμωτές πόρτες. Στα ντουκιάνια ετούτα που τα ονόμαζαν Καφέ Σαντάν, οι λογής λογής Σμυρνιές και Κωνσταντινουπολίτισες τετράπαχες ασλάνες με τους αμανέδες και τους ανατολίτικους χορούς ντιστιβάζοντας τους όγκους απ’ τα κορμιά τους, έκαναν τα ξύλινα παλκοσένικα να τσιζοκοπούν κάτω από τα χοντροκόματα πόδια τους και τις καρδιές των καψούρηδων Καστρινών, τούρκων και χριστιανών, να ξεσκίζονται. Συχνά από τα Καφέ Σαντάν έβλεπαν οι περαστικοί να βγάζουν από κει μέσα και κανένα μαχαιρωμένο. Ξαναμένο όπως τον είχε το πιοτό και χτυπημένο ο νταλκάς από το τραγούδι της Σειρήνας, αηδόνας, μη μπορώντας να κρατήσει τα σεκλέτια του ο γιαγκιλής, τραβούσε το σουγιά του ή κανένα ψευτομάχαιρο και το κάρφωνε στα μεριά και στις γάμπες του. Τις μαχαιριές οι νταήδες εκείνου του καιρού τις λέγανε νάλιες. Τέλος με δυο φονικά που έγιναν εκεί εξαιτίας των νταλκάδων που άναβαν οι τροφαντές σειρήνες στις καρδιές των αψίθυμων νταήδων, αναγκάστηκε η διοίκηση  της Κρητικής Χωροφυλακής να τα κλείσει».

   Στο μικρό παλιό λιμάνι μας, περίπου στην αρχή της οδού Λοχ. Μαρινέλλη (σήμερα η ταβέρνα Ο Βράκας), υπήρχε το Καφέ Αμάν που περιγράφει η Γαλάτεια Καζαντζάκη. Αναφέρει τον οντά του παράλιου αυτού καφενέ με πάλκο από κασόνια ντυμένα με κόκκινο πανί και αυλαία με κοντάρι και χαλκάδες. Εκεί χόρευε η περίφημη Ανδρονίκη, έκανε ταχυδακτυλουργικά κόλπα ο Δον Καρύδης και ακροβατικά διάφορα η Γρατσιέλλα και η ασίκισσα Κατερίνα, υπό τους ήχους αμανέδων, λατέρνας και ντεφιού.

Τρεις καφενέδες με χριστιανούς νταήδες λειτουργούσαν γύρω από το μικρό χαμαμάκι, στη συμβολή των οδών Μ. Καρδιωτίσσης και Ξωπατέρα.

   Οι βασικές διασκεδάσεις λοιπόν ήταν με τους λατερνατζήδες και τα ντέφια στο Λάκκο και στις φτωχογειτονιές. Το  Θέατρο σκιών και το «Γυρολόγι της ταβέρνας» με λατέρνα και ντέφι γύρω τριγύρω στις λαϊκές γειτονιές σε καφενεία και ταβέρνες.

   Γράφει η Ρίκη Ματαλλιωτάκη σε άρθρο της για τη ζωή του περιθωρίου μέσα από αφηγήσεις παλιών Ηρακλειωτών:  «Έως και  τα μέσα του 1950 στη γειτονιά υπήρχαν τεκέδες  πολλοί, λίγοι όμως  ήταν εκείνοι που έκανες πραγματικό  κέφι» λέει ο ογδοντάχρονος Σ.. .. «Θυμάμαι ότι μαζευόμαστε από βραδύς εκεί που κανονίζαμε,  και ξεχνούσαμε να φύγουμε. Ωραία πράματα! Ότι κάναμε το κάναμε για πάρτη μας, κανένα δεν βλάφταμε, μόνο που έπρεπε να έχεις κάμει το στρατιωτικό σου για να σου επιτρέψουν να καπνίσεις μαζί τους, διαφορετικά  όχι μόνο δεν έμπαινες μέσα αλλά καν δεν μπορούσες να κοιτάξεις τι γινόταν μέσα. Τα τζάμια τα σκέπαζαν με χαρτί  αλλά στεκόταν κι ο καφετζής στη πόρτα  και μπουγέλωνε  όποιον τολμούσε να πλησιάσει.

Ποτό βέβαια δεν πίναμε, μόνο φούντα, φωνάζαμε και την συχωρεμένη την Α...... που ήταν η δουλειά της αυτή, να τραγουδά δηλαδή, είχε φωνάρα εδώ που τα λέμε, και να κάνει ωραία κουνήματα με το τουμπερλέκι, αυτά ήταν ακόμα πιο ωραία από τη φωνή της, κι εκεί να δεις γλέντια! Μετά άμα κανείς από εμάς τη γουστάριζε και περισσότερο την έπαιρνε και φεύγανε και εννοείται όχι με το αζημίωτο φυσικά! Και η αλήθεια είναι ότι την γουστάριζαν πολύ, ήταν σκερτσόζα γυναίκα, Μικρασιάτισσα, δεν έμοιαζε με καμιά από όλες τις υπόλοιπες εδώ πέρα, μέχρι που έστεκε στα πόδια της την έκανε αυτή τη δουλειά"