γράφει η Λιάνα Σταρίδα

 

Υπήρχε μια πόλη 

 

Τι κάνει «όμορφη» μια πόλη?

Μα η ιστορία της…ποιος θα πει το αντίθετο?

Εμείς που ζούμε σ’ αυτή την πόλη, και που κάτι ακόμα διατηρούμε στη μνήμη μας από την παλιά της εικόνα, άραγε τι θα παραδώσουμε σε εκείνους που θα μας διαδεχθούν, σ εκείνους που για κάποιο βιολογικό χρόνο, θα τους ανήκει?

Το Ηράκλειο είναι μια πόλη που έζησε κάτω από την κυριαρχία των Ενετών για περισσότερα από 450 και κάτω από το ζυγό των Τούρκων για 200 και πλέον χρόνια.

Η κυριαρχία αυτή πάνω σε ένα λαό που κατάφερε να επιβιώσει και να αφομοιώσει με δημιουργικότητα τα ξένα στοιχεία, παρέδωσε σε μας μνημεία με χαραγμένα τα ίχνη ιδιαίτερα των βενετσιάνικων καταβολών. Και είναι ακριβώς αυτά τα μνημεία που η γνώση και κατανόησή τους θα βοηθούσε καθοριστικά τους σύγχρονους κατοίκους να νοιώθουν περήφανοι για την πολιτιστική τους παράδοση.

Όμως εδώ, η δυσπιστία για κάθε τι που δεν είναι προφανώς «ελληνικό», βασισμένη στην άγνοια, την αδιαφορία και το ρητορικό μας πατριωτισμό, η έλλειψη αισθήματος της ιστορικής συνέχειας και η αδυναμία κατανόησης των μνημείων, οδήγησε στη φθορά και τον αφανισμό τους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πανίσχυρη τάση της εκμετάλλευσης της γης, οδήγησε σταδιακά στη σημερινή του μορφή το Ηράκλειο. 

Πριν αρκετές 10ετίες, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, βασικά γεγονότα άλλαξαν όλη την εικόνα του Κάστρου:

·        Ο ισχυρότατος σεισμός του 1856, ισοπέδωσε όλη σχεδόν την πόλη. Από τα 3620 σπίτια, μόνο 18 έμειναν κατοικήσιμα. Ο σεισμός εξαφάνισε πολλά από τα ενετικά κτίρια που υπήρχαν. Ο Ναός του Αγίου Τίτου, ο Άγιος Φραγκίσκος και η Πύλη Voltone.

·        Η ανοικοδόμηση της πόλης που ακολούθησε τον σεισμό, άλλαξε την εικόνα της όχι όμως και τον πολεοδομικό της ιστό μέσα στον οχυρωματικό περίβολο, που παρέμεινε αναλλοίωτος. Το Ηράκλειο απέκτησε τη μορφή που είχαν οι πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Βαλκανική Χερσόνησο και στα παράλια της Μ. Ασίας: κτίρια κυρίως διώροφα με υπόγειο, με μεγάλες βοτσαλωτές αυλές και ψηλό μαντρότοιχο, σαχνισιά στον όροφο που στηρίζονταν σε φουρούσια ξύλινα ή σιδερένια, ξύλινες τετράριχτες κεραμοσκεπείς στέγες, αντισεισμική δόμηση με τσατμά.

·        Τα γεγονότα της 25ης Αυγούστου 1898 και η πυρπόληση μεγάλου μέρους του αρχικού ιστορικού πυρήνα της πόλης, όχι μόνο κατέστρεψε ό,τι είχε απομείνει από τις μεγαλοπρεπείς βενετσιάνικες προσόψεις της οδού Μαρτύρων (σήμερα 25ης Αυγούστου), αλλά αποτέλεσε και την αφορμή να καταστραφούν τμήματα του ενετικού ναυστάθμου από τους άγγλους συμμάχους μας.

·        Από το 1902 άρχισαν να υψώνονται μεγαλόπρεπα κτίρια και μέγαρα στην πυρπολημένη 25ης Αυγούστου. Με τη δύση του 19ου αιώνα, παρόλο που η πρωτεύουσα είχε μεταφερθεί στα Χανιά, το Ηράκλειο άρχισε να αλλάζει όψη. Η διάταξη του πολεοδομικού ιστού της εντός των τειχών πόλης, με τα στενά δρομάκια και τις μικρές πλατείες, η τυπολογία και μορφολογία των κτιρίων της βαλκανικής αρχιτεκτονικής θεωρήθηκαν στοιχεία μη αποδεκτής πολεοδομικής και αρχιτεκτονικής άποψης. Έτσι, η απόφαση να μεταβληθεί η τουρκόπολη σε πόλη σύγχρονων ευρωπαϊκών προδιαγραφών, κυριάρχησε στους σχεδιασμούς των αρχιτεκτόνων της εποχής, επιβάλλοντας πλήρως τις επιταγές των νεοκλασικών ρευμάτων τουλάχιστον στην κατασκευή μεγάλων κτιρίων στα κεντρικά σημεία του Ηρακλείου. Η οδός 25ης Αυγούστου γέμισε διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά μέγαρα, δημιουργήθηκαν ξενοδοχεία και καζίνο, οι στρατώνες (κισλάδες) που αποτελούσαν συνέχεια των ενετικών στρατώνων του Αγίου Γεωργίου ανακατασκευάστηκαν μετά την ερείπωσή τους από το σεισμό του 1856 (στεγάζουν σήμερα τη Νομαρχία και τα Δικαστήρια), ο κεντρικός δρόμος, η σημερινή Δικαιοσύνης και η προέκταση του, η λεωφόρος Καλοκαιρινού, φυτεύτηκε και στις δυο πλευρές.

Συγχρόνως, από το 1900 και μετά, συνεχείς επεμβάσεις στην πόλη κατέστρεψαν και αλλοίωσαν τη μορφή της. Επαναλαμβάνω ήδη γνωστές λίγο πολύ καταστροφές που έγιναν είτε αυθαίρετα, είτε μετά από Αποφάσεις των Αρχών. Ειδικότερα:

·        Αμέσως μετά τη σφαγή της 25ης Αυγούστου του 1898, οι Άγγλοι ανατίναξαν την Πύλη του Μόλου και ένα μεγάλο τμήμα του παράκτιου τείχους

·        Η Loggia που είχε καεί κατά την πυρπόληση της πόλης έμεινε ένας σωρός ερείπια. Το 1904 διατάχθηκε η κατεδάφιση του α’ ορόφου της  και το 1937 ολοκληρώθηκε η κατεδάφισή της χωρίς καμία προσπάθεια διάσωσης του υλικού της. Τα αρχιτεκτονικά της μέλη χάθηκαν, πετάχτηκαν ή λεηλατήθηκαν.

·        Από την πρώτη 10ετία του 1900 περίπου άρχισε το μπάζωμα και η σταδιακή αλλοίωση του λιμανιού, η καταστροφή των ανατολικών νεωρίων και του μικρού Κούλε το 1936, η καταστροφή του βόρειου τμήματος των δυτικών νεωρίων, και η επέκταση του μπαζώματος ανατολικά και νοτιοανατολικά των ενετικών τειχών προκειμένου να εκσυγχρονιστεί το λιμάνι και οι εγκαταστάσεις του και να διανοιχτεί η παραλιακή λεωφόρος. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κατεδαφίστηκε η μνημειώδης πρόσοψη της Πύλης Δερματά και όλο το νότιο τμήμα της για τη διάνοιξη της σημερινής οδού Σκορδυλών, ενώ το εσωτερικό της Πύλης διαμορφώθηκε σε αποχετευτικό αγωγό.

·        Συγχρόνως, και ήδη από το 1900, ξεκίνησε μια εκστρατεία για την καταστροφή τμημάτων των ενετικών τειχών προκειμένου να εξασφαλιστεί η ελεύθερη επικοινωνία με την ύπαιθρο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν τρία μεγάλα ρήγματα: δίπλα στην Πύλη Ιησού, στο ευθύγραμμο τμήμα Βηθλεέμ – Μαρτινέγκο και δίπλα στην Πύλη Παντοκράτορα (Χανιώπορτα). Η εκστρατεία αυτή κορυφώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960, με σειρά δημοσιεύσεων από αγανακτισμένους πολίτες της πόλης που απαιτούσαν την κατεδάφιση των ενετικών τειχών.

·        Μέσα στην πόλη, μια σειρά καταστροφών επίσης έλαβε χώρα: ο επιπρομαχώνας Zane άρχισε να αλλοιώνεται ήδη από το 1937, ενώ ισοπεδώθηκε εντελώς στα μέσα της 10ετίας του ’60 κατά την περίοδο που χτιζόταν το ξενοδοχείο «Ατλαντίς». Η Πύλη του Λαζαρέτου ανατινάχθηκε το 1917. Η τάφρος μεταξύ της piattaforma rovescia και του προμαχώνα Vitturi μπαζώθηκε σε μεγάλη έκταση, κόβοντας τη συνέχεια των τειχών και της τάφρου σε όλη την νοτιοανατολική πλευρά, το μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου ισοπεδώθηκε για να χτιστεί στη θέση του το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο, οι τρεις καμάρες που κρατούσαν τον ενετικό υδαταγωγό του Μοροζίνι καταστράφηκαν, το βυζαντινό – παλαιοενετικό τείχος εξαφανίστηκε πίσω από οικοδομές, ό,τι είχε απομείνει από τους ακρόπυργους της Πύλης Voltone εξαφανίστηκε για να δώσει τη θέση του στη σημερινή Βικελαία Βιβλιοθήκη και στο απέναντι 50 Ο.Τ. Το Παλάτι του Αρχιστρατήγου των Ενετών, η μετέπειτα «Πόρτα του Πασά» που στέγασε στη συνέχεια την Παλαιά Νομαρχία, κατεδαφίστηκε και στη θέση του μνημείου κατασκευάστηκε το πάρκο Θεοτοκόπουλου. Οι περισσότερες εκκλησίες που είχαν διασωθεί, πουλήθηκαν σε ιδιώτες ως αστικά ακίνητα, κάποιες άλλες ερήμωσαν και γλίτωσαν την κατεδάφιση από θαύμα, και οι υπόλοιπες, μια προς μια, κατεδαφίστηκαν είτε ως ετοιμόρροπες είτε με αποχαρακτηρισμούς είτε εντελώς αυθαίρετα σε μια νύχτα.

·        Τα μουσουλμανικά μνημεία, κρήνες και λουτρά, κρίθηκαν μιάσματα για τους ελεύθερους πλέον κατοίκους της πόλης και ισοπεδώθηκαν για να μη θυμίζει τίποτα την τουρκική κατοχή, χωρίς να ληφθεί καν υπόψη ότι στη μέγιστη πλειοψηφία τους ήταν ενετικά μνημεία μετασκευασμένα για τις ανάγκες των Οθωμανών. 

·        Το 1901 εκπονήθηκε το πρώτο Σχέδιο Πόλεως του Ηρακλείου με το Νόμο 395/1901 που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Κρητικής Πολιτείας στις 2/8/1901. Το σχέδιο προέβλεπε την εφαρμογή ρυμοτομικού στην οδό 25ης Αυγούστου, στην κεντρική αγορά (1866), εκτός από 2 Ο.Τ. που αφαιρέθηκαν από το Μεϊντάνι καθώς και στην Πλατεία Πρίγκηπος Γεωργίου (σημερινή πλατεία Ελευθερίας). Το σχέδιο έδινε τη δυνατότητα στους ιδιοκτήτες ακινήτων μέσα στην εντός των τειχών πόλη, να επιφέρουν οποιαδήποτε εσωτερική ή εξωτερική επισκευή ή τροποποίηση ήθελαν στις οικίες τους. Το σχέδιο αυτό εγκρίθηκε τελικά το 1902 με υπογραφή του τότε Αρμοστή Πρίγκιπα Γεωργίου και περιελάμβανε τα υπάρχοντα Ο.Τ. ενώ οικοπεδοποιούσε τους τότε ελεύθερους χώρους της εντός των τειχών περιοχής.

·        Το 1936 δημοσιεύτηκε το σχέδιο πόλεως Ηρακλείου που έμελλε να αποβεί μοιραίο για την πόλη και που μέχρι σήμερα καθορίζει την τύχη ή μάλλον την ατυχία της. Το σχέδιο του ’36 δεν έλαβε καθόλου υπόψη την παλιά πόλη, δεν μερίμνησε για τη διατήρηση του αρχικού πολεοδομικού ιστού που παρέμεινε παρά τις καταστροφές και αλλοιώσεις στην εντός των ενετικών τειχών πόλη, με αποτέλεσμα να βρεθεί το Ηράκλειο εντελώς ανυπεράσπιστο στην επέλαση της ανοικοδόμησης. Κυρίαρχη φιλοσοφία του σχεδίου ήταν η διάνοιξη δρόμων και η αύξηση της «χωρητικότητας» της εντός των τειχών πόλης μέσα στην οποία έπρεπε να πιεστούν και να χωρέσουν όλες οι λειτουργίες της.  Οι εκτός των τειχών περιοχές θεωρήθηκαν κατάλληλες μόνο για στέγαση υποβαθμισμένων οικιστικών λειτουργιών. Στη συνέχεια, με την πλατιά διάδοση του «μοντερνισμού» μετά το 1930 και με το Νόμο 3741/1929 «περί οριζοντίου ιδιοκτησίας», συμπληρώθηκαν οι προϋποθέσεις για την πρωτοφανή ανάπτυξη μέσα στην εντός των τειχών πόλη, της μοντέρνας πολυκατοικίας.

·        Το Σχέδιο Πόλεως του 1958 αφορούσε κυρίως τις εκτός των τειχών περιοχές επεμβαίνοντας σε ορισμένες μόνο περιοχές του κέντρου και χωρίς να  έχει σχεδόν καμία διαφορά με το σχέδιο του 1936.

·        Από το 1960 και μετά, με αποκορύφωμα τη δεκαετία του 1970, στην πόλη επικράτησε ένας απίστευτος οικοδομικός οργασμός που παρέσυρε πολλά εκκλησιαστικά και κοσμικά μνημεία. Οι αλόγιστες κατεδαφίσεις πήραν εκρηκτικές διαστάσεις. Πολλοί επιχειρηματίες, κατασκευαστές και ιδιοκτήτες ακινήτων, με την Απόφαση για +1 όροφο της δικτατορίας, διαβλέποντας τα μεγάλα κέρδη από την εμπορευματοποίηση της γης επένδυσαν τεράστια κεφάλαια στην οικοδομή. Κατά συνέπεια, υψώθηκαν κυρίως στις περιοχές του κέντρου της πόλης, πολυκατοικίες στην θέση παλαιότερων κτισμάτων βαλκανικής και εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής. Οι εκτεταμένες κατεδαφίσεις εξαφάνισαν ολόκληρες συνοικίες, αφήνοντας διάσπαρτα ελάχιστα μόνο δείγματα κτισμάτων.

 

Υπάρχουν δεκάδες έγγραφα, δημοσιεύσεις, διαμαρτυρίες για τη μη κατεδάφιση ιστορικών κτιρίων και επιστολές πολιτών και αρχόντων αυτής της πόλης που καταδεικνύουν την κρατούσα αντίληψη της εποχής και που ελάχιστα έχει αλλάξει μέχρι τις μέρες μας.

 

Ενδεικτικά αναφέρω ένα έγγραφο, το Πρακτικό 14ον της «Επιτροπής συγκροτηθείσας από το Δήμο μετά από την 18/18/51 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου».  Η Επιτροπή απαρτιζόταν από γνωστούς και έγκριτους πολίτες του Ηρακλείου. Ανάμεσα σε άλλα, το Πρακτικό αυτό αναφέρει:

1.     Τα παλαιά ενετικά τείχη παρά τα Βυζαντινά και Αραβικά τοιαύτα επί των Ο.Τ. 217, 50α, 50β, δεν είναι πλέον διατηρητέα, πλην των υπογείων δεξαμενών Ζουράρη και των 11 θόλων των δικηγορικών γραφείων (εννοούν τη νότια πλευρά της οδού Χάνδακος).

2.     Όσον αφορά τα νέα ενετικά τείχη, τα περιβάλλοντα την πόλιν, υπήρχεν παλαιότερον η αντίληψις ........... Τω λόγω τούτω, η Επιτροπή ψηφίζει υπέρ της διατηρήσεως των νέων τειχών, διανοιγομένων ρηγμάτων τινών εις τα ενδιάμεσα τμήματα και επιδιωκομένης ει δυνατόν και της γεφυρώσεως των γενομένων ρηγμάτων των τειχών ή τουλάχιστον της οικοδομήσεως προστατευτικών τοίχων αντιστήριξης.

3.     μετά από κατάλογο μνημείων που αναφέρει, καταλήγει: « πάντα τα λοιπά αναφερόμενα δια των ειρημένων Δ/των συμπεριλαμβανομένου και του Αγίου Μάρκου (κινηματοθέατρον Μινώα), δια τον οποίον υπάρχει σοβαροτέρα αντίρρησις εκ μέρους της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η Επιτροπή γνωματεύει ότι δεν είναι διατηρητέα και ζητεί να αρθεί ο χαρακτηρισμός αυτών ως τοιούτων.

Μνημεία που δεν αναφέρονται στον κατάλογο που συνέταξε η Επιτροπή, είναι ο Άγιος Ονούφριος, η Αγία Αναστασία, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και άλλοι ναοί που είχαν κηρυχθεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία με Β.Δ. του 1947 και ευτυχώς διασώθηκαν έστω και ως αστικά ακίνητα μέχρι τις μέρες μας.

 

Η 133090/5950/27.11.1954 Απόφαση του Τμήματος Αρχαιοτήτων του Υπουργείου παιδείας που εκδόθηκε μετά από σειρά παρόμοιων εγγράφων του Δήμου Ηρακλείου, έβαλε την ταφόπλακα στο Ο.Τ. 50, κηρύσσοντάς το μη διατηρητέο, και καταστρέφοντας ένα σημαντικό τμήμα του βυζαντινού – παλαιοενετικού τείχους, ενώ η ίδια ταφόπλακα περίμενε και ό,τι είχε απομείνει από το Δουκικό Ανάκτορο του Ο.Τ. 33 που τη γλίτωσε τουλάχιστον μέχρι σήμερα.

 Όσο πλησιάζουμε στις μέρες μας, διαπιστώνουμε ότι λίγα έχουν αλλάξει.

Στην εφημερίδα ΑΛΛΑΓΗ, για παράδειγμα, σε άρθρο με τίτλο «Όταν η Αρχαιολογική Υπηρεσία ασκεί το ρόλο του...Δυνάστη» - διαβάζουμε για την κακή Αρχαιολογική Υπηρεσία που δεν επέτρεψε την ανοικοδόμηση του οικοπέδου της οδού Ιδομενέως στη θέση του παλαιού Γυμναστηρίου, και που σήμερα ευτυχώς, είναι ένας μικρός θύλακας πρασίνου σε μια θάλασσα από μπετόν.

 Είναι άραγε άστοχη η παρατήρηση του Γάλου Ελληνιστή Ντενίς Κολέρ σε αποκλειστική συνέντευξή του στην εφημερίδα ΤΟΛΜΗ το 1987:? «Το Ηράκλειο είναι για μένα, κι ας με συγχωρήσουν οι κάτοικοι του Κάστρου, κάτι το απελπιστικό. Είναι ένα μακελειό, έχεις την εντύπωση ότι ήταν ένα πεδίο μάχης και είναι όλο μπετόν, ατέλειωτο μπετόν, μια προσβολή για τον άνθρωπο».

Αν δεν υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι, που με τη γνώση, την ευαισθησία αλλά ιδιαίτερα το θάρρος τους αντιστάθηκαν στις πιέσεις που ασκούνταν συνεχώς για την ισοπέδωση των πάντων προκειμένου να «εξευρωπαϊστεί» το Ηράκλειο, σήμερα δεν θα υπήρχε τίποτα όρθιο και καμία μνήμη του χθες δεν θα είχε απομείνει: Ο Νικ. Πλάτων, ο Στ. Ξανθουδίδης, ο Στ. Αλεξίου, ο Εμμ. Μπορμπουδάκης, ο Νικ. Σταυρινίδης, ο Στ. Σπανάκης, ο Ελ. Πλατάκης, εργάστηκαν, προσπάθησαν και αντιστάθηκαν ο καθένας από τη θέση που κατείχε για τη διάσωση, ανάδειξη, και παράδοση σε μας της ιστορικής μνήμης του Μεγάλου Κάστρου.