γράφει η Λιάνα Σταρίδα

 

ΤΟ ΘΕΙΟ ΔΡΑΜΑ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ 

 

   Μεγάλη Εβδομάδα και θέλησα να αφήσω για λίγο το Ηράκλειο και να στραφούμε μαζί σε έργα που έχουν τη δύναμη να μας κάνουν να νοιώσουμε, έστω και λίγο, την κατανυκτική της ατμόσφαιρα. Επέλεξα συνθέτες που προέρχονται από την περίοδο του Μπαρόκ και της Αναγέννησης, εποχές κατά τις οποίες γράφεται και παρουσιάζεται πλήθος έργων γύρω από το Πάθος του Χριστού – αν και το Πάθος υπήρξε αστείρευτη πηγή έμπνευσης των συνθετών ανεξαρτήτως εποχής.

   Και κάτι ακόμα. Κι αν ακούγεται ξεκάρφωτο, θα δούμε πώς σχετίζεται με τη μουσική και τα πάθη του Χριστού. Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι όσο προχωρούμε προς το Πάθος και την Ανάσταση τόσο εντονότερη γίνεται η παρουσία των γυναικών. Αντίθετα, η παρουσία των ανδρών μειώνεται, εξέρχονται από τα δρώμενα και κάποτε, κατά τρόπο αρνητικό. Όπως είναι η προδοσία του Ιούδα, οι τρεις αρνήσεις του Πέτρου, ο ύπνος των τριών μαθητών, του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννη τη στιγμή της έσχατης αγωνίας του δάσκαλου στη Γεσθημανή, η απουσία των μαθητών κατά τη Σταύρωση, εκτός από τον Ιωάννη, όπως μαρτυρεί ο ίδιος.

   Η πρώτη αναγγελία της Ανάστασης γίνεται σε γυναίκα ή σε γυναίκες, καθώς οι Ευαγγελιστές τοποθετούν δίπλα στη Μαγδαλην΄και άλλες. Ο Ματθαίος και την "άλλη Μαρία", ο Μάρκος τη Μαρία του Ιακώβου και τη Σαλώμη, ο Λουκάς χορό ολόκληρο γυναικών από τη Γαλιλαία. Σε εκείνες πρώτα φανερώθηκε ο Ιησούς αναστημένος. Και έτσι, γυναίκες πρώτες ανήγγειλαν την Ανάσταση στον κόσμο

   Μέσα σε τούτες τις κορυφαίες ώρες του εσχατολογικού δράματος δεν μπορούσε να απουσιάζει το μητριαρχικό στοιχείο. Η μάνα που φέρνει τη ζωή στον κόσμο αγγέλει και την Ανάστασή της στον άλλο κόσμο της αιωνιότητας.

   Τα μεγάλα έργα της θρησκευτικής μουσικής, τα αφιερωμένα στο Θείο Δράμα όχι μόνο έχουν αποδώσει όλο το μεγαλείο του προκαλώντας στο άκουσμά τους δέος και μετατρέποντας τις αίθουσες των συναυλιών σε χώρους κατανυκτικούς, αλλά έχουν τονίσει αυτό το μητριαρχικό στοιχείο, πράγμα παράδοξο για τη σκοτεινή και γεμάτη προκαταλήψεις περίοδο του Μεσαίωνα.  Στα πνευματικά αυτά κοντσέρτα μπορεί κανείς να διακρίνει τη μεγάλη πορεία του θρησκευτικού πολιτισμού μέσα στους λυρικούς σταθμούς των αιώνων.
   Ανάμεσα στα μεγάλα έργα, την πρώτη θέση κατέχουν το «Stabat Mater (Dolorosa) » [Η Μητέρα στεκόταν λυπημένη] του Τζιοβάνι Pergolesi, το «Stabat Mater» του Rossini, τα «Πάθη κατά Ματθαίον» και τα «Πάθη κατά Ιωάννην» του Μπαχ, ο «Χριστός στο όρος των Ελαιών» και η «Επίσημη Λειτουργία» του Μπετόβεν, οι «Μακαρισμοί» του Σεζάρ Φρανκ, η «Ανάσταση» του Αββά Περόζι και πλήθος άλλων.

   Τα χριστιανικά μυστήρια, τα ορατόρια, τα μοτέτα (Το μοτέτο είναι η σπουδαιότερη μορφή πολυφωνικής μουσικής σύνθεσης που πρωτοεμφανίζεται το 1200 μ.Χ.), οι μεγάλες λειτουργίες, οι συμφωνίες, οι θρησκευτικές καντάτες μέχρι το κορυφαίο λυρικό μουσικό δράμα του «Πάρσιφαλ», έχουν σημαδέψει τη μουσική δημιουργία.

   Ο πρώτος χριστιανικός λυρισμός δημιουργείται στη Ρώμη, την ίδια περίοδο που η «Αιώνια Πόλις», παραδομένη στα κουρασμένα φτερά της ηρωικής και ερωτικής της χίμαιρας, μόλις που ακούει τις θλιβερές, μακρόσυρτες και μονωδικές μολπές (άσματα, τραγούδια) των χριστιανών από τις υπόγειες κρύπτες και τις κατακόμβες της. Μέσα σε αυτές γεννιέται η νέα μουσική πραγματικότητα και ο πρώτος χριστιανικός λυρισμός εκδηλώνεται στην εκστατική ακινησία των μελλοθανάτων που ποτίζουν με το αίμα τους τον ρωμαϊκό ιππόδρομο στους διωγμούς του Νέρωνα και του Διοκλητιανού.

   Τη βυζαντινή περίοδο χάραξε μια μεγάλη ποιητική και μουσική μορφή: Ο υμνογράφος και ποιητής των «κοντακίων» Ρωμανός ο Μελωδός που έζησε γύρω στον 6ο αι. Ελάχιστες πληροφορίες έχουν διασωθεί για εκείνον. Το Μηνολόγιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ και ένα Συναξάριο είναι οι μοναδικές πηγές για τη ζωή του.

   Ο Ρωμανός έχει χαρακτηριστεί ως ο Πίνδαρος της εκκλησιαστικής μας φιλολογίας. Έγραψε χίλιους περίπου ύμνους και 85 από αυτούς σώζονται σε διάφορους κώδικες. Ανεξάντλητος σε συλλήψεις και πλούτο ιδεών, ήξερε πάντα να προσδίδει πρωτοτυπία και στα πιο κοινά, στερεότυπα θέματα. Οι μορφές των αγίων, του Θεού, του Χριστού, της Παναγίας δεν έχουν τίποτε το απόκοσμο. Είναι ολοζώντανες και χειροπιαστές. Με την ποίηση του Ρωμανού εκφράζεται η εποχή του, η κοσμοθεωρία της, οι πόθοι και οι ελπίδες της. Η μελωδία του ρέει αυθόρμητα και ρυθμικά. Ποιος δεν ξέρει το θαυμάσιο κοντάκιο του Ρωμανού: «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει…», που στάθηκε η αφετηρία της πλουσιότερης άνθησης της εκκλησιαστικής μας φιλολογίας. 

   Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η δυτική μουσική έχει να αναδείξει εξαιρετικές συνθέσεις, που αναφέρονται ιδιαίτερα στις Ώρες της Μεγάλης Εβδομάδος. Στις τραγικές ημέρες των Παθών του Κυρίου. 

   Οι συνθέτες της Δύσης αφιέρωσαν ίσως το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής τους στο Θείο. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η αναφορά του έργου τους αφορούσε στο Θείο Δράμα.

   Οι μεγάλες θεϊστικές κραυγές της Δύσης προέρχονται από τη Λουθηρανή Μεταρρύθμιση. Ο Λούθηρος έχτισε πρώτος τα κτίρια του «Κοράλ» πάνω στα οποία ο Μπαχ θεμελίωσε τα δικά του πολυφωνικά αιώνια οικοδομήματα. Ο καθολικισμός και η Αναγέννηση προετοίμασαν τα «όργια» των μουσικών νεοφώτιστων που κατέλυσαν τους κόσμους της εκστατικής ακινησίας και του αυστηρού ασκητισμού της τέχνης και άνοιξαν διάπλατα πύλες χαράς και ζωής. Δεκαέξι αιώνες χριστιανοσύνης κατέληξαν στο μεγάλο μουσικό θαύμα της Δύσης. 

   Ο J.S. Bach και ο A. Vivaldi, οι σημαντικότεροι συνθέτες της μπαρόκ εποχής και "ιερά τέρατα" της ιστορίας της μουσικής, έγραψαν αριστουργηματικά έργα για τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα, εμπνευσμένα από το Θείο Δράμα και τα Πάθη του Κυρίου. το Stabat Mater του Vivaldi μιλάει για τον πόνο της Παναγίας μπροστά στον Σταυρό μαζί με τη δραματική άρια "Gelido in ogni vena" από την όπερα Farnace που μοιάζει να συμπληρώνει τον θρήνο της Μητέρας: "παγωμένο στις φλέβες νιώθω το αίμα μου να κυλά, στη θέα του νεκρού γιου μου".

   Το Stabat Mater του Giovanni Battista Pergolesi είναι ένας καθολικός ύμνος του 13ου αιώνα προς την Παναγία, στον οποίο εξυμνούνται τα δεινά της Αγίας Μητέρας στη Σταύρωση του Υιού της. Ως λειτουργική ακολουθία ο ύμνος Stabat Mater ανεστάλη μαζί με εκατοντάδες άλλες ακολουθίες από το Συμβούλιο του Τρέντο (Tridentum). Αποκαταστάθηκε στο Συναξάρι από τον Πάπα Βενέδικτο ΧΙΙΙ το 1727 για την γιορτή των Επτά Dolors (sorrows) της Θεοτόκου. 

   Ο Pergolesi συνέθεσε το έργο το 1736, κατά παραγγελία του μαικήνα του, Δούκα του Μαναταλόνι ή πιθανότερο κατά παραγγελία μιας ναπολιτάνικης αδελφότητας που ήθελε να αντικαταστήσει το άλλο Stabat Mater του Αλεσσάντρο Σκαρλάττι, τις τελευταίες 2 εβδομάδες της ζωής του, κλεισμένος σε μοναστήρι της Νάπολη άρρωστος από φυματίωση.

   Ο Pergolesi, μουσικοσυνέτης, βιολιστής και οργανίστας, στη σύντομη ζωή του πρόλαβε να συνθέσει 6 όπερες και 2 κονσέρτα για φλάουτο και έγχορδα. Το αριστούργημά του Stabat Mater που περιγράφει τα Πάθη του Χριστού μέσα από τα μάτια της μητέρας του, βασίζεται σε ένα εκκλησιαστικό ποίημα του 13ου αιώνα, στη γοτθική εποχή και υμνεί την Παναγία που θρηνεί τον Εσταυρωμένο Χριστό. Έχει μελοποιηθεί πολυφωνικά από τους Josquin και Palestrina, ενώ ο Pergolesi, ο Ροσσίνι, ο Βιβάλντι, ο Βέρντι και πολλοί άλλοι το μελοποίησαν εκ νέου σε μεταγενέστερες εποχές. Χαρακτηριστικό του έργου του Pergolesi είναι ο συνδυασμός της τρυφερότητας της έκφρασης και της τελειότητας της μελωδικής γραμμής. Το πρωτότυπο είναι γραμμένο για δύο γυναικείες φωνές, έγχορδα και basso continuo. Ο Pergolesi περιόρισε τους σολίστες σε γυναικείες φωνές γιατί ήθελε να αφήσει τις γυναίκες να εκφράσουν τον μητρικό πόνο.

   Ο Μπαχ, το κορύφωμα όλου του Μεσαίωνα, ο σπουδαιότερος συνθέτης της εποχής μπαρόκ, ο «μουσικός του Θεού», είναι συγχρόνως η ενσάρκωση του πνεύματος της Αναγέννησης και η συνισταμένη όλης της μουσικής δυναμικής των αιώνων.

   Τι να πρωτοπεί άλλωστε κανείς για τον άνθρωπο που πίστευε, ότι η μουσική υπάρχει μόνο για να υμνεί τον Θεό και να αγαλλιάζει την ψυχή; 
   Τον έχουν χαρακτηρίσει «ποιητή των ήχων», «παμμέγιστο», «ασυμβίβαστο», «μυστηριώδη». Ήταν σταθερά προσανατολισμένος στη θρησκευτική αποστολή της μουσικής, ένας άνθρωπος που ευγνωμονούσε διαρκώς τον Θεό, παρά τις δοκιμασίες στις οποίες θα υποβαλλόταν καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η θρησκευτικότητα, η μουσική και ο θάνατος σημαδεύουν τον Μπαχ από την αρχή ως το τέλος της ζωής και του έργου του. Ο σεβασμός που έτρεφε εξάλλου ο Μπετόβεν προς τον άνθρωπο που μας χάρισε τα «Βραδεμβούργια Κονσέρτα», συνοψίζεται στο αγαπημένο του λογοπαίγνιο: «Δεν έπρεπε να ονομάζεται Μπαχ («ρυάκι» στα γερμανικά), αλλά Ποταμός!».
   Κι αυτό ακριβώς το σχόλιο περιγράφει ιδανικά τόσο τον ήρεμο, ευσεβή και δυναμικό χαρακτήρα του Μπαχ, όσο και την ταπεινοφροσύνη του: Συνήθιζε να υποσημειώνει σε κάθε έργο του «Soli Deo Gloria» (Μόνο στον Θεό η Δόξα)...
   Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως ακόμα και στις συνθέσεις του, που φαίνεται να έχουν ένα κοσμικό περίβλημα, ο ίδιος δεν παραλείπει να δηλώνει συνεχώς τη βαθιά προσήλωσή του στη θρησκεία και τον Θεό, υπογράφοντας τις παρτιτούρες του με το περίφημο λατινικό «I.N.J.» («Εις το Όνομα του Χριστού»). 

   Ο Μπαχ δοξάζει με μια παγανιστική πνοή τα σύμβολα του καθολικισμού στη «Μεγάλη Καθολική Λειτουργία» του. Αδελφώνει τους πιστούς σε ένα παγκόσμιο «Ωσαννά» και γεφυρώνει τις αδιάλλακτες δογματικές αιρέσεις. Η Θεία Γέννηση, τα Πάθη του Κυρίου κατά Ματθαίον και Ιωάννη, δοξάζονται με πολυόργανες ορχήστρες.

   Κορύφωση του έργου του αποτελούν οι μουσικές μεταφράσεις της Βίβλου, τα περίφημα «Πάθη» του.   

   Την Μ. Παρασκευή του 1727 παρουσίασε το έργο: «Τα Κατά Ματθαίον Πάθη», έργο που έχει ενσωματωθεί στη λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής της λουθηρανικής και καθολικής εκκλησίας. Ο ίδιος ο Μπαχ το θεωρούσε ως ιδιαίτερα μεγαλόπνοο έργο, που όμως παρέμεινε στην αφάνεια για πολλά χρόνια, μέχρι τη στιγμή που ένας άλλος μεγάλος συνθέτης και βαθειά θρησκευόμενος άνθρωπος, ο Felix Mendelssohn Bartholdi, σε ηλικία μόλις 20 ετών, το έφερε στην επιφάνεια και το παρουσίασε στο ευρύτερο κοινό.

   Οι βάσεις του έργου της πίστεως και της βαθειάς θρησκευτικότητας του συνθέτη είχαν τεθεί νωρίτερα με το «Magnificat των Χριστουγέννων» το 1723 και το «Τα Κατά Ιωάννην Πάθη» το 1724.

   Και τι να πούμε για ένα από τα σπουδαιότερα μουσικά έργα όλων των εποχών, τη Λειτουργία σε Σι ελάσσονα. Πρόκειται για ένα έργο, που η σύνθεσή του διήρκεσε σχεδόν μια 20ετία και ολοκληρώθηκε στα τελευταία χρόνια της ζωής του συνθέτη. Το αποτέλεσμα ήταν το πιο ολοκληρωμένο και πολύπλευρο έργο του, τόσο από πνευματική, όσο και από μουσική άποψη. Ο ίδιος δεν το άκουσε ποτέ ολοκληρωμένο και πέρασε πάνω από ένας αιώνας από το θάνατό του ως τη μέρα που παρουσιάστηκε στο κοινό για πρώτη φορά. 
   Το αριστούργημα αυτό συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας να συγκινεί και να προκαλεί δέος, δικαιολογώντας ίσως την άποψη που εξέφρασε το 1818 ο Ελβετός συνθέτης, μουσικός εκδότης και κριτικός Hans Georg Nageli, ο οποίος το χαρακτήρισε ως το μεγαλύτερο έργο τέχνης όλων των εποχών και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Ο συνθέτης διαισθανόμενος ίσως το τέλος της ζωής του, θέλησε να κληροδοτήσει στις επερχόμενες γενιές ένα μνημειώδες έργο οικουμενικής πίστης. Δούλευε εντατικά πάνω στο έργο, σχεδόν τυφλός πια προς το τέλος της ζωή του. 

   Ο Μότσαρτ, ακούραστα και πολύ άρρωστος από φυματίωση, δούλευε την «Πένθιμη Λειτουργία» του, το Ρέκβιεμ. Το διόρθωνε, το πλούτιζε με νέα θέματα και τέλος - εξαντλημένος πια ολότελα - δεν μπόρεσε να το αποτελειώσει. Πέθανε σε ηλικία μόλις 26 χρονών.

   Ο Μπαχ, ο Χέντελ, ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν είναι ο τέσσερις μουσικοί ευαγγελιστές των μουσικών αιώνων, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια η τρικυμισμένη μουσική του Μπερλιόζ, η αγωνιώδης μεταφυσική έρευνα του Σούμαν, η φλογερή ομολογία πίστεως του Λίστ και του Μπράμς και ο ωκεανός μουσικού λυρισμού του Βάγκνερ.

   Το θεόπνευστο ορατόριο του Μπετόβεν «ο Χριστός στο όρος των Ελαιών» προμηνύει το φως μιας αυγής μετά τον θρήνο της τραγικής νύχτας που καθρεφτίζει τον φριχτό δυαδισμό του θεανθρώπου. Το credo του Μπετόβεν είναι η κάθαρση της ανθρώπινης τραγωδίας. Εξαγνίζει τον δοκιμασμένο θνητό μπροστά στο μυστήριο της θείας ενανθρώπισης στο δράμα της Σταύρωσης, στο θαύμα της Ανάστασης και της Ανάληψης.
   Όταν ο Μπετόβεν εξαγγέλλει την Ανάσταση του Κυρίου, το θαύμα συντελείται γι άλλη μια φορά πάνω στη γη. “Et Resurrexit…!”, δηλαδή «και Aναστάντα…!» είναι η μεγαλύτερη θεϊκή κραυγή όλης της μουσικής ιστορίας.  Μόνο όταν ακούει κανείς τις μουσικές αυτές μπορεί να διακρίνει τις διαφορές στις εμπνεύσεις των δημιουργών τους, τη διαφορά ανάμεσα στο ιερό παραλήρημα του Μπαχ και τα συγκλονιστικά αγγέλματα του Μπετόβεν μέχρι την «Ανάσταση του Χριστού» του Αββά Περόζι: ένα ορατόριο αγνό, φωτεινά ωραίο, χωρίς τη φρενίτιδα της δοξαστικής προσευχής. Ο συνθέτης του δεν ζήτησε να ανυψωθεί περισσότερο από το ύψος που τα φτερά του μπορούσαν να τον ανεβάσουν. Αισθάνεται το θείο φυσικά και απέριττα όπως αισθάνεται κανείς τον ήλιο που τον φωτίζει και τον θερμαίνει.

   Οι «γοητείες της μεγάλης Παρασκευής» είναι η πιο παθιασμένη σελίδα που το θείο δράμα έχει εμπνεύσει στη μουσική. Ο Βάγκνερ είναι εδώ ο Μεσσίας ενός νέου μουσικού μυστικισμού γεμάτου πάθους που φτάνει στο κορύφωμά του με τον «Πάρσιφαλ». Το ιερό και βέβηλο μαζί μυστήριο αυτής της μουσικής, η ακαταμάχητη υποβολή της υπνωτίζουν αμέσως από την αρχή τον ακροατή με τους συμβολικούς οραματισμούς του Θείου Δράματος.

   O γερµανός συνθέτης Γκέοργκ Φρήντριχ Χέντελ (Georg Friedrich Händel, (1685-1759), της ύστερης περιόδου της μουσικής μπαρόκ, διακρίθηκε κυρίως για τα ορατόριά του. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αγγλία. Συνέθεσε concerti grossi, όπερες και ορατόρια. Το πιο διάσημο έργο του είναι το ορατόριο «Μεσσίας». Επηρέασε βαθιά πολλούς από τους μεταγενέστερους συνθέτες, μεταξύ των οποίων τους Χάυντν, Μότσαρτ και Μπετόβεν, ενώ το έργο του συνέβαλε στη μετάβαση από την εποχή της μουσικής μπαρόκ στην κλασική μουσική. Οι συνθέσεις του περιλαμβάνουν περίπου 50 όπερες, 23 ορατόρια και πολλές συνθέσεις εκκλησιαστικής μουσικής, καθώς και ορχηστρικά κομμάτια. Το 1737 οδηγήθηκε σε χρεοκοπία, γεγονός που συνοδεύτηκε από µία επιδείνωση της υγείας του και προσωρινή παράλυση του δεξιού χεριού του. Μετά την ανάρρωσή του, ξεκίνησε να συνθέτει τον “Μεσσία”, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Δουβλίνο στις 13 Απριλίου του 1742. Το έργο φτάνει στην κορύφωση του στο δεύτερο μέρος που αναφέρεται στο Πάσχα, µε το χορωδιακό “Αλληλούια”. Εδώ τα τύμπανα κτυπούν, οι τρομπέτες βουίζουν και η μουσική τραγουδά για έναν Κύριο θριαμβευτή. Από το 1751 ο Χέντελ, άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης που οδήγησαν σταδιακά στην τύφλωσή του. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, συνέθεσε το 1752 το ορατόριο “Ιεφθάε”.

   Ο Χάυντν μεταδίδει όλη τη θλίψη της ψυχής του για τα Άγια Πάθη σε συμφωνίες σε ελάσσονα τόνο, όπως η Πένθιμη και η συμφωνία με τον υπότιτλο La Passione αρ. 44 και αρ. 49 αντίστοιχα, γραμμένες και οι δύο στον τόνο της μι μινόρε, της ανείπωτης λύπης και της μελαγχολίας. 

   "Οι επτά λόγοι του Ιησού στο Σταυρό" (εκδοχή για πιάνο) του Γιόζεφ Χάυντν (1732-1809) είναι έργο οργανικής μουσικής - αμιγώς ορχηστρική σύνθεση χωρίς φωνητικά μέρη, γραμμένο το 1786 και η πρεμιέρα του δόθηκε την Μεγάλη Παρασκευή του ίδιου έτους. Αποτελείται από επτά σύντομες σονάτες γραμμένες επάνω στα τελευταία λόγια του Χριστού στον Σταυρό: "Πάτερ, άφες αυτοίς...", "Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση...", "Γύναι, ίδε ο υιός σου...", "Θεέ μου, Θεέ μου ίνα τί με εγκατέλειπες;", "Διψώ", "Τετέλεσται" και "Πάτερ, εις χείρας Σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου". Οι σονάτες συνοδεύονται από μια εισαγωγή και καταλήγουν στο τελευταίο μέρος που τιτλοφορείται "Ο σεισμός".

   Εξαιρετικοί συνθέτες που δεν είναι στόχο ευρύτερα γνωστοί σε πολλούς αποπνέεις εμάς, άφησαν εξαίσια κατανυκτικά έργα. Ο John Tavernet (1490-1545), Βρετανός συνθέτης και οργανίστας. Ένα από τα γνωστότερα και ομορφότερα έργα που είναι το μοτέτο Dum Transisset Sabbatum (Διαγενομένου του Σαββάτου). Ο Thomas Tallis (1505-1585), ένας από τους σπουδαιότερους Βρετανούς συνθέτες θρησκευτικής μουσικής όλων των εποχών, με το εξαίσιο πολυφωνικό έργο του “Lamentations of Jeremiah” (Θρήνοι του Ιερεμία), έργο το οποίο γράφτηκε για να παρουσιαστεί την Μεγάλη Εβδομάδα. Π Tallis υπηρέτησε υπό τον Ερρίκο VIII. Οι Θρήνοι του γράφτηκαν όταν ν ο συνθέτης ήταν τα 60 του, και στα 20 λεπτά μουσικής ακούμε μια ολόκληρη ζωή θρησκευτικής αναταραχής.

   Ο Orlando du Lassus (1532-1594) ο κυριότερος ίσως εκπρόσωπος της Γάλλο φλαμανδικά σχολής της όψιμης Αναγέννησης, συνθέτει το 1565 το θαυμάσιο μοτέτο για 5 φωνές, με όρκο Tristis Est Anima Mea (Περίλυπος Εστίν η Ψυχή μου), έργο προορισμένο να τραγουδηθεί την Μ. Πέμπτη του έτους εκείνου. Ο Antonio Lotti (1667-1740), που έγραψε πλήθος έργων θρησκευτικής μουσικής, θεωρείται πως ίσως επηρέασε και τον Bach. Το μοτέτο του Crucifixus είναι για 8 φωνές (τμήμα του ευρύτερου έργου με μην ονομασία Credo). Η οδύνη και η ένταση του Πάθους περιγράφεται μουσικά μέσα από έντονα διάφανα διαστήματος, αλλά και Άσαντ αποπνέεις τη διαρκώς ανοδική πορεία των φωνών.

   Σε όλα αυτά τα μεγάλα έργα κυριαρχεί όχι μόνο το θείο Δράμα αλλά και το ανθρώπινο στοιχείο και ιδιαίτερα ο θρήνος των γυναικών ν και ακόμα ειδικότερα ο θρήνος της Παναγίας - Μητέρας για τον θάνατο του παιδιού της.

   Οι μεγάλοι κλασικοί δημιουργοί της θρησκευτικής μουσικής που άκουσαν, εμπλούτισαν και κορύφωσαν τις πρώτες μονωδίες των κυνηγημένων χριστιανών, που προσπάθησαν και κατόρθωσαν να περιγράψουν το μέγεθος και το μεγαλείο του Θείου Δράματος, παρέδωσαν τη σκυτάλη σε πολλούς ακόμα μεταγενέστερους δημιουργούς. Όμως το δικό τους μεγαλείο παραμένει διαχρονικά αμετάβλητο και προκαλεί ακόμα και σήμερα, στην ψυχρή τεχνοκρατική εποχή μας, την εσωτερική ανθρώπινη ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε με το θείο.