γράφει η Λιάνα Σταρίδα

 

ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΧΟΥΓΚΙΑΡ 

(ΕΠΤΑ ΜΠΑΛΤΑΔΕΣ) 

 

 

   Η συνοικία Χουγκιάρ πήρε το όνομά της από το ομώνυμο τέμενος (Χουγκιάρ τζαμισί = αυτοκρατορικό τέμενος), το επί ενετικής κυριαρχίας μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου του τάγματος των Φραγκισκανών μοναχών.

   Μέχρι και την περίοδο του Μεσοπολέμου, η συνοικία ήταν γνωστή και ως συνοικία Εφτά Μπαλτάδες. Όπως γράφει ο Ζαχαρίας Πρακτικίδης στο βιβλίο του «Χωρογραφία της Κρήτης: «Από πλατεία Ελευθερίας προς οδό Μποφώρ προς το ανατολικό μέρος της πύλης του Μαρουλά (πύλη Αγίου Γεωργίου ή Λαζαρέτ ή Ναζαρέτ Καπισί) φαίνονται επτά μπαλτάδες που είναι τα σημάδια επτά ορτάδων ή ταγμάτων που εξολοθρεύτηκαν στη διάρκεια του πολέμου σε μία από τις εφόδους των Τούρκων. Ο διπλούς πέλεκυς, ο τούρκικος μπαλτάς ήταν το έμβλημα του γενιτσαρικού σώματος. Ήταν στημένοι πάνω στο τμήμα του ευθύγραμμου τείχους της Σαμπιονάρα, γι’ αυτό και ονομάστηκε όλη η περιοχή και η συνοικία επτά μπαλτάδες».

   Η συνοικία απλωνόταν από την πλατεία Ελευθερίας μέχρι την οδό Επιμενίδου και από την οδό Δ. Μποφώρ μέχρι λίγο δυτικότερα της οδού Ιδομενέως.

   Το μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου βρισκόταν στη θέση που είναι σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο, η πρώτη αίθουσα του οποίου κατασκευάσθηκε το 1904-1907 στη θέση των ερειπίων της μονής δίπλα στο τέμενος, ενώ το 1908, μετά την προσθήκη μίας δεύτερης αίθουσας, μεταφέρθηκαν εκεί οι αρχαιότητες από τις ανασκαφές της Κνωσού. Το 1912, το μικρό αυτό κτίσμα πήρε τη μορφή κλασικιστικού κτιρίου με την προσθήκη δυτικής πτέρυγας, σε σχέδια του αρχιτέκτονα W. Doerpfeld και του γραμματέα της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, Παναγή Καββαδία. Το μουσείο σταδιακά περιέλαβε και τα ευρήματα των μεγάλων ανασκαφών που διεξάγονταν σε όλο το νησί από Έλληνες και ξένους ερευνητές. Η δόμηση του σημερινού κτιρίου, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού, ξεκίνησε το 1937.

   Ο Άγιος Φραγκίσκος ιδρύθηκε αμέσως μετά την εγκατάσταση των Ενετών στον Χάνδακα. Ήταν το πιο πλούσιο και μεγαλόπρεπο μοναστήρι της πόλης. Μέσα στο Καθολικό υπήρχαν λείψανα του Τιμίου Σταυρού, η κάρα του Αγίου Στεφάνου, ο βραχίονας του Αγίου Συμεών και λείψανα από τον χιτώνα του Αγίου Φραγκίσκου. Η μονή καταστράφηκε από τον σεισμό του 1508 αλλά ξαναχτίστηκε με ακόμη πιο επιβλητική μορφή και πιο στερεή κατασκευή. Στο μοναστήρι ανατράφηκε ο Πέτρος Φίλαργος ο οποίος εκλέχτηκε Πάπας το 1409 με το όνομα Αλέξανδρος ο Ε'. Το μνημείο κατέρρευσε ξανά από τον σεισμό του 1856 και κατεδαφίστηκε ένα χρόνο αργότερα. Η πύλη του μοναστηριού αποτελεί σήμερα τμήμα της βόρειας εισόδου του Δικαστικού Μεγάρου στη λεωφόρο Δικαιοσύνης.

   Στη συνοικία υπήρχαν από τη β΄ βυζαντινή περίοδο και την περίοδο της ενετικής κυριαρχίας οι ναοί της Παναγίας Κεράς Πισωτειχιώτισσας (επί Τουρκοκρατίας το Ασμαλή χαμάμ βόρεια της οδού Δαιδάλου πίσω ακριβώς από τον υδαταγωγό των Τριών Καμαρών, του Αγίου Ιωάννου στη σημερινή οδό Μεραμβέλλου, ο Άγιος Αντώνιος στο Κάστρο περίπου στην οδό Αριάδνης, ο Άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης, ο Άγιος Μιχαήλ και ο Άγιος Νικόλαος γύρω από τον επιπρομαχώνα Zane και η μονή της Αγίας Αικατερίνης των Μοναχών στη νότια πλευρά της οδού Επιμενίδου απέναντι από τη συνοικία του Λαβυρίνθου.

   Στη συνοικία Χουγκιάρ βρισκόταν το οθωμανικό νοσοκομείο, βόρεια του Αρχαιολογικού Μουσείου. Γνωρίζουμε ότι κατά τον σεισμό του 1856 το μεγάλο κονάκι του Βελή πασά μετατράπηκε σε νοσοκομείο. Είχε δύναμη 40 περίπου κλινών και στα τέλη του 19ου αιώνα ανήκε στη διεύθυνση του Εφκαφίου. Στο νοσοκομείο αυτό νοσηλεύονταν άποροι Οθωμανοί, χωροφύλακες και κατάδικοι αλλά και εύποροι πολίτες επί πληρωμή. Μετά το 1898 αποφασίστηκε η μεταφορά του στο υπό αποπεράτωση Πανάνειο. 

Στην ανατολική πλευρά της συνοικίας υπήρχε το ευθύγραμμο τμήμα των τειχών μεταξύ του προμαχώνα Sabbionara και της piattaforma Rovescia (σήμερα επιγραφική συλλογή), ενώ στη βορειοανατολική πλευρά δέσποζε ο επιπρομαχώνας Zane που ισοπεδώθηκε τη δεκαετία του 1970. Σε αυτό το σημείο επίσης υπήρχαν τρείς σειρές επάλξεων. Σύμφωνα κι πάλι με τον Ζ. Πρακτικίδη: «το ύψος της πρώτης ήταν μέχρι πέντε οργιές, της δεύτερης έως τρείς και της τρίτης έως μιάμιση. Από την πρώτη σειρά μέχρι τη δεύτερη υπήρχαν σιδερένιες πόρτες όπως επίσης και από τη δεύτερη στην τρίτη». Σε μια από τις πιο όμορφες και αντιπροσωπευτικές φωτογραφίες του G. Gerola, διακρίνονται τα διάφορα επίπεδα των τειχών και ιδιαίτερα το τμήμα του βυζαντινού τείχους το οποίο διατηρείται σήμερα στον αύλειο χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείου, στο εσωτερικό νεώτερων οικοδομών κατά μήκος των οδών Μποφώρ και Επιμενίδου και πάλι στο βόρειο τμήμα της Επιμενίδου πίσω από τα δυτικά νεώρια και τα κτίρια της Περιφέρειας και του πρώην τελωνείου.

   Όλη αυτή η περιοχή με τα πλούσια ενετικά σπίτια και τους μεγάλους κήπους υπέστη ανεπανόρθωτες καταστροφές από τον σεισμό του 1856 με αποτέλεσμα, στα τέλη του 19ου αιώνα, να παραμένει σχεδόν ακατοίκητη.

   Γύρω στο 1920 αποφασίστηκε η δημιουργία της οδού Μποφώρ που χαράχτηκε από τη βορειοανατολική άκρη της πλατείας Ελευθερίας προς το λιμάνι, στο ίχνος ενός στενού δύσβατου χωματόδρομου.

   Πάνω στο φρούριο βρίσκονταν γήπεδα και στον επιπρομαχώνα Zane υπήρχαν ισόπεδα παραρτήματα γύρω - γύρω, κράσπεδα και περιτειχίσματα. Μετά το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας, όλα αυτά έγιναν περιουσία της Κρητικής Πολιτείας και στη συνέχεια του ελληνικού Δημοσίου. Κατά το 1925 καταστράφηκαν τα δυτικά κράσπεδα, τα ισόπεδα και τα περιτειχίσματα του επιπρομαχώνα και διαμορφώθηκε μια έκταση όπου χτίστηκαν δύο στάβλοι και ένας σταθμός αυτοκινήτου.

   Στην εφημερίδα Δράσις,φύλλο της 12ης Σεπτεμβρίου του 1935  διαβάζουμε: «Κατά τις εργασίες για την ανέγερση του νέου μουσείου βρέθηκε μια καμαρωτή μυστική υδαταποθήκη από την εποχή των Ενετών κρυμμένη στα έγκατα του προμαχώνα. Μέσα στην καμάρα αυτή ο Σπ. Μαρινάτος βρήκε ένα συγκινητικό εύρημα από την περίοδο των κρητικών επαναστάσεων. Σε μια γωνιά της καμάρας είχαν ριχτεί τα ρούχα, το αδιάβροχο και οι κάλτσες ενός Άγγλου αξιωματικού ενώ λίγο μακρύτερα βρέθηκε ένα τουρκικό μαχαίρι μαζί με τη θήκη του, τελείως κατεστραμμένο από την οξείδωση. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για Άγγλο που παρασύρθηκε εκεί και δολοφονήθηκε από τους Δερβίσηδες που έδρευαν στον περίβολο».

   Και στη συνέχεια: «Ο κινηματογράφος Αλκαζάρ φτιάχτηκε από τον Κ. Λιναρδάκη που ύψωσε τοίχους 4-6 μέτρων γύρω από τον προμαχώνα και στη νότια πλευρά κυκλική οικοδομή σε συνέχεια της βάσεως του προμαχώνα. Έτσι σχηματίστηκε ένα αμφιθέατρο με θεωρεία δεξιά και αριστερά και στη μέση πλατεία 400 τετραγωνικών και αμέσως νότια η σκηνή του θεάτρου από μπετόν ύψους 5 μέτρων με μικρά καμαρίνια- δωμάτια δεξιά και αριστερά. Όλο αυτό το οικοδόμημα είναι χωρίς σκεπή και με δυο σκάλες κατεβαίνει κάποιος στην κύρια είσοδο. Γύρω από αυτό υπάρχουν διάφορα βοηθητικά δωμάτια για τις ανάγκες του κινηματογράφου».

   Μέσα στα όρια της συνοικίας διατηρούνται ακόμα κτίσματα βαλκανικής, νεοκλασικής και εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής όπως το ιδιαίτερα σημαντικό κονάκι του Σαμή Μπέη στην οδό Ιδομενέως 17, τα νεοκλασικά μέγαρα στην οδό Αριάδνης και Μεραμβέλλου, τα πανέμορφα εκλεκτικιστικά κτήρια με τους μεγάλους κήπους στην οδό Μαλικούτη και βέβαια το μέγαρο Φυτάκη πάνω στο ευθύγραμμο τμήμα της βορειοανατολικής πλευράς των τειχών, στον προμαχώνα Sabbionara, το πρώτο πολυώροφο κτίσμα που κατασκευάστηκε στην πόλη με πρωτοποριακή για την εποχή του μεικτή κατασκευή από λιθοδομή και οπλισμένο σκυρόδεμα και τον πρώτο ανελκυστήρα της πόλης μας.

   Στη συνοικία περιλαμβάνεται επίσης το ανατολικό τμήμα της οδού Επιμενίδου και η περιοχή του Λαβυρίνθου.

   Απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο ΛΑΤΩ σωζόταν ένα μεγάλο τμήμα των βυζαντινών τειχών και ένας μεγάλος κήπος μέσα στον οποίο υψωνόταν το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης των Καλογραιών. Κατά τη διάνοιξη της οδού Επιμενίδου, το μοναστήρι και μεγάλο τμήμα του τείχους καταστράφηκαν ενώ το υπόλοιπο τμήμα σώζεται μέσα στις οικοδομές που χτίστηκαν μεταγενέστερα στο τμήμα της Επιμενίδου- Μποφώρ από το πρώην Χημείο μέχρι τη συμβολή της οδού Μποφώρ με την οδό Μαλικούτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τις εργασίες αυτές αποκαλύφθηκε ενεπίγραφο βάθρο κίονος που χρονολογήθηκε από την κ. Σωσώ Λογιάδου - Πλάτωνος στον 6ο μ. Χ. αιώνα και αναφέρεται στην εισβολή εχθρών, πιθανόν πειρατών. Το βάθρο εκτίθεται σήμερα στο Ι.Μ.Κ.

 

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

 

   Η ιστορική συνοικία του Λαβύρινθου βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της πόλης, στα όρια με τη θάλασσα, και αποτελεί ένα ανεξάρτητο και αυτόνομο οικιστικό σύνολο εκτός σχεδίου πόλεως. Η έκτασή του είναι 7,7 στρέμματα και κηρύχθηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο το 1983. Όλος ο οικισμός, που αποτελείται από μικρά λασπόχτιστα ισόγεια σπίτια και διώροφα οθωμανικά κτίσματα κυρίως προς την πλευρά της πλατείας Κουντουριώτη, εδράζεται πάνω στην επίχωση της ενετικής αποθήκης άλατος, της εσωτερικής επίχωσης των ανατολικών νεωρίων και της δεξαμενής Zane και αποτελούσε παρατηρητήριο (belvedere) με λίγα κτίσματα και φυλάκια όπως φαίνεται στους μεσαιωνικούς χάρτες του Χάνδακα.

   Ο Λαβύρινθος, ο και «Λάκκος» ονομαζόμενος, είχε το δικό του μερίδιο στην τρομερή σφαγή της 25ης Αυγούστου του 1898. Αφηγείται ο Λευτέρης Αλεξίου: «…οι Τούρκοι, άμα είδανε πως οι Εγγλέζοι τους είχαν αποκλεισμένους από το λιμάνι, στείλανε καμπόσους καλούς παιγνιώτες, να πιάσουνε τα τούρκικα σπίτια που βρισκόντανε στη συνοικία του Λάκκου, στο σημερινό Λαβύρινθο, την ανατολική μεριά του λιμανιού και που τα παράθυρά τους εχτυπούσαν ίσα ίσα πάνω στο λιμάνι από ύψος δεκαπέντε ως είκοσι μέτρα. Ξαφνικά λοιπόν αρχίσαν από κει πάνω πυκνά πυρά ενάντια στους Βρεττανούς που φύλαγαν το Τελωνείο και σ’ όποιον άλλον έβλεπαν. Χτυπήθηκαν τότε μερικοί Βρεττανοί προτού προφτάσουνε να προκαλυφτούνε…στα παράθυρα του Λάκκου όλο και πληθαίναν οι Τούρκοι σκοπευτές και οι σφαίρες τους όλο και σπιθίζανε πυκνότερες απάνω στις πλάκες της προκυμαίας…».

   Μετά την αποχώρηση των Οθωμανών η συνοικία ερημώθηκε και στη συνέχεια κατοικήθηκε από πρόσφυγες και φτωχές οικογένειες ψαράδων.

   Στην εφημερίδα Τόλμη της 18ης Ιουνίου 1985 διαβάζουμε μια περιγραφή της συνοικίας και της καθημερινότητας των κατοίκων της: «Η συνοικία της οδού Λαβυρίνθου ήταν ένας ανεξάρτητος οικισμός όπου ζούσαν κάπου τριάντα οικογένειες. Οι είκοσι από αυτές ήταν νησιώτες ψαράδες από τη Σαντορίνη και άλλα νησιά του Αιγαίου. Η γειτονιά αυτή βρίσκεται στο ανατολικότερο μέρος του λιμανιού πάνω στην αποθήκη άλατος (αλατσάδικο) και επεκτείνεται μέχρι τον σωζόμενο θόλο των ανατολικών νεωρίων στην οδό Επιμενίδου. Λίγο πιο πάνω ήταν ο ημιπρομαχώνας των Επτά μπαλτάδων και στη θέση του σήμερα έχει χτιστεί το Χημείο του Κράτους. Ο Λαβύρινθος πήρε το όνομά του από τα πολλά δαιδαλώδη και αδιέξοδα στενάκια του. Προπολεμικά μέχρι το 1935 ο ημιπρομαχώνας υπήρχε ακέραιος, υπερυψωμένος, με τα τείχη και τις επάλξεις του. Δυστυχώς το 1935 αποφασίστηκε από την πολιτεία και το Δήμο να τον κατεδαφίσουν μαζί με το μικρό Κούλε και τρία ακόμα μεγάλα νεώρια από το συγκρότημα των ανατολικών νεωρίων. Στη μέση του ημιπρομαχώνα των Επτά μπαλτάδων υπήρχε μία τεράστια πλατεία που γύρω ήταν υπερυψωμένες πολεμίστρες που δημιουργούσαν ένα φυσικό κλειστό επίπεδο σαν γήπεδο με πλούσιο γρασίδι πράσινο, ιδανικό για να παίζουν παιδιά. Εκεί μαζεύονταν τα καλοκαιρινά βράδια όλοι οι κάτοικοι του Λαβυρίνθου…οι ψαράδες αφηγούνταν τρομερές ιστορίες από τις θάλασσες που αρμένιζαν και οι νοικοκυρές και πιο πίσω τα παιδιά, καθισμένοι στα καρεκλάκια τους, περίμεναν με ευλάβεια ν’ ακούσουν τις διηγήσεις».

   Ο Λαβύρινθος δεν μπήκε ποτέ στο σχέδιο πόλεως του Ηρακλείου.