Μπλεμένες βιόλες

γράφει ο Γιώργης Σταματάκης

 

Μπλεμένες βιόλες

 

   Τα Καπετανιανά ήτονε ένα μεγάλο χωριό με πολλά σπίθια και ακόμα πια πολλούς ανθρώπους, μα μιας κοπανιάς τως έδιωξε και δίνανε των αμαθιώ τως και τα πολλά σπίθια επομείνανε όφκερα. Από το 1975 μέχρι το 1980 εξεκενωθήκανε ετόσεσας σπιθιές που το χωριό εφάντασε. Εγύριζες ολόκληρες γειτονιές και δε σου πάντιχνε αρθούνι. 

   Όσοι επομείνανε στο χωριό, άλλος λίγο κι άλλος πολύ, είχανε όλοι το κατημέρι τως. Κι αυτό’ τανε και η αιτία που δεν εκαμπίσανε κι αυτοί , γιατί ετσά πού’τονε άλλος τόπος δεν εμπόριε να τσι σηκώσει. Οσοι πάλι ξεκενωθήκανε εθέλανε να πουλήσουνε τα σπίθια τως για να μη σοχάσουνε, μα δε τα ρώτα άθρωπος. Ετοτεσάς με ένα ρίφι εγόραζες το καλύτερο σπίτι του χωριού, μα και πάλι μουστερής δεν εβρίχνουντονε. Από στασιμιού του, το χωριό δεν εγνώρισε ετόσυνα κακομοιριά, όση εκειανά τα χρόνια. Την ίδια εποχή εποβγάλανε οι αρχές και οι εξουσίες τσι χίπιδες που κονεύγανε στα σπηλιάρια τω Ματάλλω. Ενας απ’αυτούς, ετσά που ανεμογύριζε στα παπούρια , τόκαμε ο χεϊτάνης και ξέπεσε στα Καπετανιανά. Οντεν επρόβαλε στα «Κουτσουμιστά» και τονε πήρανε χαμπάρι οι χωριανοί μόνο που δεν επαίξανε την καμπάνα!

-Ηντάνε ετούτονα το πράμα που φάνηκε στο χωριό μας!

-Κοντό δακάνει!

   Βέβαια τα χρόνια αυτά οι Καπετανιανοί ήτονε εντελώς στο κόσμο τως. Δρόμος και τηλέφωνο καλά-καλά δεν υπήρχε. Μια τηλεόραση που’τονε στο μαγαζί ήπιανε μόνο Κάιρο, και αυτό όντεν εφύσα νοθιάς. Αμα θε λα φυσά άλλος καιρός ήδειχνε μόνο

ασπρουλάδια, αλλά τα ξανοίγανε λίγη ώρα γιατί τως ετσιβδίζανε τα μάθια. Οι Αλβανοί και οι Βουλγάρες που εδά μυρμιδίζει ο τόπος, ετοτεσάς δεν υπήρχανε, γι’αυτό και το κακοχυμένο πράμα, που αλήθεια είναι πως είχε σουσούμια ανθρώπου, ήκαμε τόσυνα μεγάλη εντύπωση. Την πρώτην αργατινή δεν επόμεινε ούτε γεννητάρικο κοπέλι μέσα. Ολοι εμαζωχτήκανε απόξω από το μαγαζί για να δούνε το παράξενο πράμα που φάνηκε στο χωριό. Ολοι τως τη ζωή οι αθρώποι αυτοί ελέγανε για τέθοια παράξενα πράματα: Τελώνια, κακαθρώπους, φανταξά, καταχανάδες, ανεραϊδες, πειρασμούς και αγιάκια και περιμένανε πως μια μέρα κάτι τις από’ λα θα λα ξεπορδαλιάσει, μα ετούτονε που βλέπανε δεν εσεινίκαζε με κανένα απ’ όσα είχανε στο νου τως. Γι’ αυτό εσηκώσανε από τα κρεββάθια ακόμη και τσι κατάκοιτους γιατί ήτονε αμαρτία να μη δούνε και αυτοί.

    Οι γυναίκες εχώνουντονε από πίσω από τσι τράφους και ξανοίγανε αλλά είχανε τσ’ αμέντες τως να σφίξουνε ντελόγο πέρα θα λα να δούνε πως ετοιμάζουντονε να τως εχυθεί. Οι άντρες –που γι’ αυτό τσι λένε άντρες- δεν εφοβούντονε πολύ. Εσιμώσανε κοντά-κοντά και του γγίζανε με την άκρη τσι κατσούνας για να δούνε ήντα θα λα κάμει. Μα δεν ήκανε πράμα! Μόνο πως εγροίλωνε και χαλικούτιζε. Σιγά – σιγά ξεφοβηθήκανε εντελώς και του φωνιάζανε μ’ όλη τως τη δύναμη: « Ηντά είσαι», «από πού είσαι», «τίνος είσαι». Ετότεσας κι αυτός εμίλησε περίπου αθρώπινα και είπε:

«Εγκώ όχι κουφός, αλλά δεν καταλαβαίνει»!

   Μετά από μέρες που βγήκε από τα Καπετανιανά ένας μπολντοζέρης μαζί με τη μπολντόζα του τως είπε: «Μη φοβάστε. Αυτός είναι τουρίστης και δεν πειράζει». Τως είπε μάλιστας πως υπάρχουνε κι άλλοι τέθοιοι, αλλάργο όμως από’ πα. Την πρώτη βραδιά ο «τουρίστης» εκουλουριάστηκε σα το κουλούκι σ’ ένα γωνιό στην αυλή τσ’ εκκλησίας. Οι χωριανοί τον ελυπηθήκανε και του δείξανε ένα από τ’ αδειανά σπίθια και του’ πανε να πάει εκειά να θέσει. Φαίνεται ότι το κατάλαβε γιατί επήγε ντελόγο. Άλλος χωριανός του πήγε πατανία, άλλος μαξελάρι, άλλος στρώμα.

   Αν εστένανε ετότεσας πενήντα τσικάλια στο χωριό, πενήντα πιάτα φαΐ του πήγανε, κι απ’ ότι φαίνεται του’ ρεξε γιατί όχι μόνο δεν εξανάφυγε, μονό’ καμε κολάι και ειδοποίησε κι άλλους τουρίστες και σε κάμποσες μέρες δεν επόμεινε ούτε ένα από τα αδειανά σπίθια που να μην έχει μέσα δύο και τρεις απ’ αυτούς. Δεν ήτονε μπελί, αλλά πρέπει να ήτονε ανακατεροί ασερνικοί και θηλυκοί γιατί ένας από αυτούς εγέννησε ένα κοπέλι. Από την αρχή, οι Καπετανιανοί τσι βάλανε τσι τουρίστες

αυτούς στην καρδιά τως. Ετσά που τσι θωρούσανε κοκαλιάρηδες, ασουλούπωτους, ανύπλητους, αξύριστους, άκουρους, αξυπόλυτους, με του Ιωάννη τα αρώματα να κρέμονται απάνω τως, ενιώθανε κι οι ίδιοι καλύτερα που τσι ξεμίστεψε ο Θεός και δεν εποδώκανε κι αυτοί ετσά. Ετότεσας εβγήκανε οι καινούριες κατάρες που γροικούνται μέχρι σήμερο. Οντε θε λα τσακωστούνε δυο γυναίκες και θέλανε να καταραστούνε η μια την άλλη, ελέγανε:

«Ο Θεός κι η γης να μου τα’ ξώσει και να σε δω τουρίστη» ή «σα τον τουρίστα να ποδώσεις» ή «να τα δεις τα κοπέλια σου τουρίστες και να μην τα γνωρίσεις».

   Και ήτονε κακές οι κατάρες αυτές γιατί χειρότερα από τουρίστης δεν επήγαινε. Από την πρώτη μέρα τως εκουβαλούσανε φαΐ και μαγεροψήματα αλλά δεν εμπορούσανε να συνεννοηθούνε και ετσά ή πηγαίνανε δέκα πιάτα φαΐ σε ένα και οι άλλοι πομένανε νηστικοί ή θαρρεύοντονε ο γης τ’ αλλού και τη μια δεν τως επηγαίνανε πράμα και την άλλη τως επηγαίνανε απάνω σ’άλλο. Βέβαια οι τουρίστες ποτέ δεν εζητήταξανε πράμα. Αμα τως επήγαινες φαΐ καλά, αδέ τως επήγαινες πάλι δεν εμιλούσανε. Αλλά και τω Καπετανιανώ δεν τως ήκανε καλό το φαΐ άμα τσ’ ανεμίζανε νηστικούς. Γι’ αυτό μια μέρα εμαζωχτήκανε στο μαγαζί και αποφασίσανε να τσι μοιράσουνε, γιατί ετσά που λαλούσανε θα λα ποθάνουνε τσι πείνας και θα λα πάρουνε αυτοί τσ’αμαρτίες τως. 

   Κάθε σπίτι ανέλαβε δυο ή τρεις απ’ αυτούς για να’ χει την έγνοια τως. Από τότεσας και πόδε κιανείς τουρίστης δεν επόμεινε νηστικός. Ακόμα και θα λα τύχει να φύγει από το χωριό κιαμιά γυναίκα για να πάει ή στον κάμπο σε δουλειές ή στα παιδιά της για επίσκεψη εδιπλοπαράγγελνε τσι γειτόνισσας:

«Γιάε, να μου ποτίζεις τσι βιόλες και να ταΐζεις τσ’ όρνιθες, το σκύλο και το τουρίστη σάμε να γιαγείρω». 

   Οι τουρίστες ό,τι και να τως εδίνανε δεν ελέγανε όχι. Εθέλανε κι αυτοί να ανταποδώσουνε μα δεν είχανε πράμα. Κιαμιά φορά ένας απ’αυτούς επήγαινε με το όργανό του και ήλεγε ένα αλαμπουρνέζικο τραγούδι για να ευχαριστήσει εκειουσάς που τον εταίζανε αλλά τονε ποβγάζανε ντελόγο γιατί δεν τσι’ πιανε η κοντυλιά του.       Άλλες φορές πάλι, άμα βλέπανε τσι χωριανούς να δουλεύουνε –που η αλήθεια είναι πως δεν το συνηθίζουνε- ετρέχανε με όρεξη να συντράμουνε αλλά και πάλι τσι ποβγάνανε γιατί ήτονε άγαρμποι και κάνανε πια πολύ ζημιά παρά καλιμέντο. Τσι κακομοίρηδες τσι τουρίστες δεν τσι’ φτανε το μαύρο χάλι που’ χανε μονό επηγαίνανε μουριά και ζάλο σα τσι πιωμένους. Ο,τι ώρα και να σου παντίχνανε ήτονε φέσι, και το παράξενο είναι πώς εμεθούσανε αφού δεν τως πολυδίνανε πιοτό! Ετσά εμπίχνουντονε σε όλα, αλλά σε πράμα δε τα καταφέρνανε.

   Αμα θα λα τσι πάρουνε στην αρμεγιά για να ξωλαλούνε, εξιπούντονε τα ωζά και χύνανε το γάλα. Αμα τσι πέμπανε στα στείρα τως εφεύγανε και πιάνανε τα

σόχωρα. Αμα τσι πέμπανε στον κήπο ελονεύγανε τα φυτά, εχαλούσανε τ’ αυλάκια, εσπούσανε τα δέματα. Αμα τσι πέμπανε στ’ αλάτσι εχάνανε και το κουτάλι και τη

ντενέκα και την αλατσόβουργια και το μουλάρι. Αμα τσι πέμπανε στα ξύλα εγιαγέρνανε και κρατούσανε δυό σα τα’ άγανα και είχανε και το σάρακα χαμένο.

Αμα στι πέρνανε στσ’ ελιές τσι κάνανε άχρηστες γιατί εχτυπούσανε κατάμουτρα.

   Στο θέρος ούτε τως το λέγανε γιατί όσες φορές τσι’ χανε παρμένους είχανε κομένα όλα τους τα δαχτύλια. Όμως όπου και να πηγαίνανε οι χωρικοί τως εκλούθα πάντα

ένας τουρίστης όχι για συντρομή αλλά ετσά που κλουθά ο σκύλος τ’ αφεντικού του.

Δεν ήτονε καθόλου παράξενο να δεις μια γριά να πηγαίνει στον κήπο και να σέρνει δυο τρεις απ’ αυτούς τους κρεμανταλάδες. Οντεν εφτάνανε όμως στον κήπο η γριά τσι’ κλεινε απ’ όξω και με όλη τη δύναμη τσι φωνής της τως έλεγε: «Μη πάρετε κούνημα από τα» Θα λα τσ’ αφήσει να μπούνε στον κήπο θα λα βωλοσύρουνε πάλι τσ’ αβρονιές και θα νε’ λωνεύγουνε τον κόσμο. Όμως, για να μη τσι φύγουνε τως επέτα πού και ντομάτα ή απίδι ή ό,τι άλλο είχε αυτή την εποχή ο κήπος.

   Τα κανονικά ονόματα τω τουριστώ δεν εκαταφέρανε οι χωριανοί να τα μάθουνε γι’ αυτό και τσι φωνιάζουνε όπως τσι βόλευε. Αλλους ελέγανε: Πέτρο, Γιάννη, Ερήνη, Φραγκή και αλλά ονόματα που συνομιάζανε με τα δικά τους. Αλλους πάλι τσι

φωνιάζανε με παρανόμια: Σκαρβελαντόντα, Σισαμάτη, Αγκέλαμο, Ξεπατοκώλη, Κόνιδα, Χαρχάλη κλπ. Όπως όμως και να τσι λέγανε αυτοί γροικούσανε και όντε θα λα να δούνε τον άνθρωπο που τσι τάιζε εκάνανε τόσηνα χαρά που κυλιούντονε στα πόδια του. Τόσονα πολύ εδεθήκανε με τον τόπο και τσ’ ανθρώπους που

ξεχάστηκε εντελώς πως ήτονε ανεμαζωξάρηδες. Εθάρριες πως είχανε ξεφυτρώξει στα Καπετανιανά μαζί με τσι πέτρες και τα χώματα. Οι χωριανοί εθυμούντονε πως ήτονε ξένοι μόνο όντεν ήλεγε το ράδιο τσι ειδήσεις. Βέβαια, όντε θα λα’ κούσουνε για

Ευρώπες και τέθοια εσκούσανε στα γέλια, και όντεν ήλεγε το ράδιο πως μια μέρα θα λα γενούμε όλοι Ευρώπη σταυροκοπιούντονε και λέγανε:

«Θε μου πρόφταξε και γλύτωσέ μας».

   Μια μέρα ένας φιλομαθής Καπετανιανός εμάχωσε ένα θηλυκό τουρίστη και του’ κανε ερωτήσεις: «Μα εκειά στη Γαλλία σας, υπάρχουνε μόνο τουρίστες ή έχει και ανθρώπους»; Και μιαν άλλη φορά που ερρώστησε ένας κοντοχωριανός και είχανε σκοπό να τον επάνε στην Αγγλία όλοι οι χωριανοί τον ελυπηθήκανε: «Κρίμα Θε μου τον άθρωπο να τον εθαρρευτούνε τω τουριστάδω».

   Μπορεί βέβαια να είχανε όλα τα κακά του κόσμου αλλά είχανε και δυο μεγάλα καλά. Το ένα ήτονε πως δεν επειράξανε ποτέ πράμα και το άλλο πως αγαπούσανε τσι βιόλες και γεμίσανε φυτά όλο το χωριό.

   Εμπαίνανε και βγαίνανε σ’ όλα τα σπίθια και δεν εβρέθηκε άθρωπος να πει πως ήχασε πράμα Το μόνο που κάνανε ήτονε πως τσι πετύχανε δυο τρεις φορές στη εκκλησία και πίνανε το νάμα. Όμως, ούτε τα λεφτά από το δίσκο τσ’ εκκλησίας πειράξανε ούτε από τα σπίθια του χωριού ανεζητήχτηκε ποτές το παραμικρό.

   Παρόλο που απάνω τως δεν ήτονε περιποιημένοι, επροσέχανε πολύ τσ’ αυλές τω σπιθιώ που κονεύγανε και τσι είχανε όλες φυτεμένες με ασυνήθιστα φυτά πρωτοφανίστηκα στα Καπετανιανά. Τα φυτά αυτά δεν εκάνανε βιόλες αλλά είχανε

όμορφη πρασινάδα και φαίνεται πως τα σήκωνε ο τόπος και γίνουντονε όμορφα σα τα δεντρουλάκια. Ολες οι Καπετανιανές επήρανε σπόρο και φυτέψανε στσ’ αυλές τως. Ακόμη και ο επίτροπος τσ’ ενορίας πήρε και γέμισε τσ’ αλιτάνες γύρω-γύρω

από την εκκλησία γιατί είχε ακουστά τον παππά να μνημονεύει στ’ Αγια «τους αγαπόντες την ευπρέπεια του οίκου του». Όμως, όλα αυτά τα φυτά που στολίζανε το χωριό ήτονε μπλεμένα, και μια μέρα που γίνηκε ένα επεισόδιο και βγήκε η

αστυνομία στα Καπετανιανά οι αστυνομικοί εμαλώνανε. Ενας επήρε τηλέφωνο τον αφεντικό του και του είπε:

«Ολο το χωριό είναι μια χασισοφυτεία. Δεν εσεβάσθησαν ούτε την αυλή της εκκλησίας».

   Οι τουρίστες βέβαια δεν εφαίνουντονε ποθές. Λες κι ‘νοιξε η γης και τσι κατάπιε. Εγινήκανε επεισόδια γιατί οι αστυνομικοί θέλανε να ξεπατώσουνε τα φυτά και φωνιάζανε οι άντρες: «Δε θα βάλω κουμανταδόρους στην αυλή μου. Εγώ για πεισματικό σας θα φυτέψω ατσικνίδες».

   Στις ανακρίσεις κιανείς δεν εμολόησε τσι τουρίστες. Οντεν ερωτούσανε τσι γρες πού βρήκανε το σπόρο αυτές ελέγανε όλες μαζί: «’ξα μας»

   Βέβαια ο επίτροπος ήστεσε τ’ αμπέτι του και δεν ήφηκε να του ξεπατώσουνε τα δεντρουλάκια που’ χε φυτεμένα στην αυλή τσ’ εκκλησίας. Ακόμη σήμερο κάθε χρόνο φυτρώνουν τέθοια φυτά και οι χωριανοί τα λένε «οι μπλεμένες βιόλες».

   Ετούτο το περιστατικό πρέπει να ήτονε η αιτία και οι τουριστάδες δεν εξαναπήρανε την απάνω βόλτα. Ητονε και η αστυνομία που ντράκαρε και ήρχουντονε μέρα παρά μέρα στο χωριό. Ετσα ένας ένας οι τουρίστες εξαφανίζουντονε χωρίς ούτε να αποχαιρετίξουνε.

   Οι Καπετανιανοί εκαταλαβαίνανε πως ένα τουρίστης είχε φύγει για πάντα όντε θα λα δούνε στην πόρτα του σπιθιού του γράμματα. Γιατί κάθε ένας απ’ αυτούς ήγραφε το κατιτίς του με μαύρη μπογιά απάνω στην πόρτα και ύστερα εχάνουντονε. Οσοι μορφωμένοι εδιαβάσανε αυτά τα γράμματα είπανε πως ήτονε ποιήματα, κάτι σα τσι δικές μας μαντινάδες και λέγανε για τον αποχωρισμό και για την αγάπη και ότι ήτονε πολύ συγκινητικά. Τα διαβάσανε και στσ’ υπόλοιπους Καπετανιανούς, αλλά δεν τους αρέξανε: «Ετσά που’ ναι αυτοί, είναι και οι μαντινάδες τους». Κι ακόμη εδά, που’ χουνε περάσει τόσανα χρόνια άμα κούσουνε στην τηλεόραση πράμα ασυναρτησία λένε:

«Αυτό πρέπει να’ναι γαλλική μαντινάδα».

   Σήμερο, πάλι ο τόπος εγέμισε ανεμαζωξάρηδες, Αλβανούς, Βουλγάρους, Κούρδους, Ρουμάνους, απ’ όλα τα μιλέθια. Οι Καπετανιανοί τους λένε και αυτούς τουρίστες αλλά παρά το προηγούμενο που’ χουνε δεν εκαταφέρανε να τους ζεσταθούνε. Συχνά λένε:

«Οι καινούριοι τουρίστες είναι σα και μας. Καθαροί, χαριλίδες, καλικωμένοι, ανερραμένοι και κάνουνε για όλες τσι δουλειές. Μα πιά καλοί ήτονε οι ‘’δικοί’’ μας οι τουρίστες και ας μην εκάνανε πράμα»…

 

 διαβάστε επίσης την "Μπολτόζα" και "καλώς τη την αρκούδα" του Γιώργη Σταματάκη