η μπολτόζα

γράφει ο Γιώργης Σταματάκης

     

Η μπολτόζα

 

 «Εν Καπετανιανίοις 26η Μαϊου 1959.

Σήμερον αφίχθεν προς διάνοιξην δρόμου

Αμαξωτού η μπολντόζα εν τω χωρίω ημών.

Περιβεβλημένος άπασαν την ιερατικήν

μου στολήν, και συνοδία απάντων των

κατοίκων, προϋπάντησα και υπεδέχθην

αυτήν εις θέσην Τρυπομύτης, όπου και

εξέπεμψα δέησην υπέρ αυτής και υπέρ

του μπολντοζέρου»

Αρχιμανδρίτης Αντώνιος Γεπεσάκης

 

Αυτή είναι η μοναδική «ενθύμιση» που υπάρχει στα παλιά βιβλία της εκκλησίας μας. Πράμα άλλο!

Και κοντώ, δεν έχει το χωριό ιστορικά!

Από τότεσάς που στάθηκε ήτονε όλο πολέμους, ξεκενωμούς, φασαρίες, σεισμούς, λοιμούς, λιμούς και καταποντισμούς, αλλά πράμα απ’ όλα αυτά δεν ήκαμε τόσηνά μεγάλη εντύπωση, όση ήκαμε η μπολντόζα, και γι’ αυτό δεν εκρίθηκε άξιο να γραφτεί και να πομείνει στην αιωνιότητα.

Ο ερχομός όμως τση  μπολντόζας δεν ήμοιαζε με κιανένα άλλο γεγονός, και η συγκίνηση όσων το έζησαν ήτονε τόση που δεν είχανε πού να την αποθέσουνε.

Γι’αυτό και το γράψανε στο χαρτί τσ’ εκκλησίας για να’ ναι εκειά γραμμένο σάμε να στέκει ο κόσμος, και να το μάθουνε όλα τα μιλέθια.

Πραγματικά το γεγονός αυτό επηρέασε όσο τίποτ’ άλλο τη ζωή αυτών των ανθρώπων. Οχι  βέβαια εξαιτίας της συγκλονιστικής εμπειρίας να δούνε από κοντά το σιντερένιο θεργιό που μπουμπουρίζει ολόκληρα βουνά, όσο γι’αυτά που επρόκειτο να ακολουθήσουν και τα οποία ούτε τα βάνανε στο νου τους.

Γιατί μαζί με τη μπολντόζα ήρθε ο δρόμος , και με το δρόμο ο πολιτισμός. Κι ενώ μέχρι τότεσάς ήτονε όλοι τως αλλιώς εγινήκανε κι αυτοί σαν όλους τσ’ άλλους…

 Εποφάσισε, λοιπόν το κράτος να σάσει δρόμο. Ποιος του το ζήτηξε ακόμη δεν εμαθεύτηκε. Το βέβαιο είναι πως κιανείς χωριανός δεν είχε τέθοια ανέκαψη.

Οντεν εκούστηκε πως θα λα γενεί αμαξωτός πολλοί χαρήκανε γιατί θαν εσοπατίζουντονε οι κακοβολιές και δε θαν εσκοντάφτανε ποθές τα μουλάρια και οι γαϊδάροι. Ετσά θαν επηγαίνανε καβαλάρηδες στσοι στραθιές τως και θαν ελείπανε και τα ξεπεταλώματα.

Οι πιά πολλοί όμωςεμανίσανε:

-          «Ηντα θα τον εκάμουμε τον αμαξωτό. Τα χτήματα τα βάνει το στρατάκι. Όλα τα κάνουνε», εσκέφτουντονε, «γιατί θένε να χτυπήσουνε την κτηνοτροφία. Θαν έρθουνε να ξεπατώσουνε τσ’ αστοιβίδες και να πάρουνε τη μπουκιά των ωζώ μας μέσα από το στόμα τως».

Ο δάσκαλος του χωριού Ευθύμιος Κοτσυφάκης ήτονε κοσμογυρισμένος, γιατί αποκράθιε από τη Μιαμού, και πολέμα να τσι σιβάσει να δεχτούνε το δρόμο και ν’ αφήσουνε να περάσει μέσα από τα χειμαδιά τως.

Μάλιστα τως ήλεγε:

-          «Σκεφτείτε, Θε μου ξεμίστευγε, να αρρωστήσετε. Πώς θα πάτε στου γιατρού χωρίς δρόμο»;

Ομως ήτονε εντελώς αποτυχημένο το επιχείρημά του.

   «Γιάντα», του λέγανε αυτοί, «δεν έχει το χωριό μας αθρώπους για όλες τσ’ ανάγκες»;

Και η αλήθεια είναι πως κάθε χωριανός εκάτεχε από μια γιατρικουλιά. Αλλος ήτονε για τα μάθια, άλλος για τα αυθιά, άλλος για τσ’ αμυγδαλές, άλλος για το φταρμό, άλλος για την κεφαλαριά, άλλος για τις μαγουλάδες, άλλος για τη βιστηριά και άλλος για τη κατσίβερη. Ακόμη και για τις εγχειρήσεις υπήρχε άθρωπος που εδιανογούντονε καλά.

- «Και ύστερα», ελέγανε, του δασκάλου, «γιάντα τσ’ έχομε τόσουσάς αγίους, γύρω – γύρω από το χωριό. Αν δε προφτάξουνε σε μιαν ανάγκη, ήντα τσοι θέμε, να τσοι θυμιάζομε»;

Και εποστομώσανε το δάσκαλο γιατί ήτονε πολύ θρήσκος και δεν εμπόριε σ’ αυτό ούτε ν’ αντιμιλήσει.

 Για τη μόνη ανάγκη που δεν υπήρχε ξαρτάρικος άθρωπος στο χωριό ήτονε τα ορθοπεδικά. Ομως, υπήρχε στη Λούκια μια γυναίκα, η Πραξία, που ήτονε ό,τι πρέπει για σπασίματα και λοστρέματα.

Η Λούκια ήτονε κοντά –δυό ώρες δρόμο- και άμα ήσπα κιανείς πράμα πλευρό γη χείρα επήγαινε προπατάρης. Αμα όμως ήσπα τη λεκάνη του γή πράμα πόδα τόνε μεταφέρανε άλλοι γή με τη σκάλα γή με το κτήμα.

Εφορτώνανε δυό μεγάλα σακιά άχερα από τη μια και την άλλη μπάντα του σομαριού και τόνε καθίζανε μεσογόμαρα. Ετσά κατέβαινε στη Λούκια σα το βασιλιά. Δεν είχανε κιανένα λόγο να την αλλάξουνε την Πραξία, γιατί και τη δουλειά τση την ήκανε καλά και πληρωνόντουνε σε αλάτσι τον κόπο τση και ετσά εσύφερνε.

-          «Ηντα τόνε θέμε το δρόμο», φωνιάζανε. «Δεν έχομε ποθές στραθιά να πάμε. Ο,τι θέμε το ’χομε στα πόδια μας. Πράμα δε λείπει από το χωριό μας για να πάμε αλλού να το γυρέψομε».

Για  να μη χαθούνε τα λεφτά επροτείνανε να τα διαθέσει το κράτος και να φέρει στο χωριό το Λουσουδιανό νερό που το ’χανε μαράζι από το 1392.

Γιατί ήτονε καλό το νερό του Καβουσού, του Κουτσουναριού, και τση Μπρισκοθιάς αλλά λίγο και δεν ήφτανε.

Όμως και ο δάσκαλος δεν το’ βανε κάτω. Απεις είδε πως με το γιατρό δεν επέτυχε πράμα ήλλαξε τροπάριο.

-          «Αμα αφήσετε», τως είπε, «να ’ρθει ο δρόμος, το χωριό σας θα γενεί Παρίσι».

Ετούτηνά ήτονε η μαγική λέξη που τσι’ ριξε όλους. Ετσά εσιβαστήκανε να περάσει ευχαρίστως από τα χωράφια τως ο αμαξωτός και ας ξεπατώσει όλες τσ’ αστοιβίδες.

-          «Μωρέ», ελέγανε «ας γενεί το χωριό μας Παρίσι, και ας ξεραθούμε από τη δίψα».

Υστερα είπανε και τη γνώμη τως:

-          «Να γενεί ο δρόμος γαγλωτός, γιατί άμα χυθεί ντρέτα ίσα κάτω θα γλυστρούνε τα μουλάρια».

 Αφού εσιβαστήκανε οι χωριανοί, εσηκώσανε παντιγιέρα οι Λουκιανοί. Με πράμα δεν εθέλανε ν’ αφήσουνε να περάσει από τη ρίζα τως ο Καπετανιανός δρόμος.

-          «Ετσά το ξανακάμαμε», ελέγανε, «άλλη μια φορά και τσ’ αφήκαμε και βάλανε το ποδαράκι τως στη Λουκιανή Ρίζα και ξεσύρανε το χουντούκι τως σάμε την Πλακερή Πέτρα».

Στην υστεργιά και ύστερα από πολλά βάσανα τως εχαρίσανε οι Καπετανιανοί το νερό του Τάγαρη κι από αυτό πίνουνε ακόμη. Ετσά εσιβαστήκανε κι αυτοί και ξεπεραστήκανε όλα τα αθρώπινα εμπόδια, και το Μάη του 1959 ξεκίνησε η μπολντόζα ν’ ανοίγει το δρόμο από τη Λούκια για τα Καπετανιανά.

Ολες τσι μέρες που η μπολντόζα εδούλευε αλλαργοπά, οι χωριανοί πηγαίνανε στα προβάρματα και τήνε περιεργάζουντονε. Υστερα γιαγέρνανε στο χωριό και δεν είχαν ποδιηγημό. Οι γυναίκες και τα κοπέλια ούτε που προβάλανε να ξανοίξουνε γιατί αυτές ήτονε αντρικιές δουλειές. Όμως οι άντρες δε τσ’ αφήνανε παραπονούμενους. Τως τα εξιστορούσανε όλα και βάνανε κι από τ’ ασκιά τως.

«Να τη δείτε πώς παίζει το σάλτο και χώνεται στη γης και ύστερα ξετρυπώνει και ξετινάσεται και ξαναμοντέρνει χωρίς να πάρει αναπνιά. Υστερα χύνεται ίσα κάτω, σφίγγει ίσα πάνω και σάμε να διασφαλάξεις τα μάθια σου έχει ολόκληρο βουνό μπουμπουρισμένο».

Κι αυτό ήτονε που συγκινούσε τσι χωριανούς. Εσυγκρίνανε τσι μήνες που δουλεύανε με τη σκαλίδα για να σωπατήσουνε ένα πεζουλάκι με τη δουλειά που ήκανε σε ένα λεπτό η μπολντόζα. Υστερα δεν ήτονε λίγο πράμα να θωρείς τον τόπο που θώριες μέρα – νύχτα από τότεσάς που γεννήθηκες ν’ αλλάζει εντελώς και να γεμίζει ζωνάρια, δέτες και σώπατα.

Πιο πολύ όμως απ’ όλα τους εντυπωσίαζε ο μπολντοζιέρης τον οποίο εβλέπανε με μεγάλο θαυμασμό ένα αθρωπάκι δυο σπιθαμές και κουμάντερνε τέθοιο θεριό. Καλά το λένε πως τσ’ άντρες δε τσι μετρούνε ούτε με τσ’ οκάδες ούτε με τον πήχη.

 Στις 26 Μαϊου 1959 η μπολντόζα εσοπάτησε στην κορφή και πήρε την τελευταία βόλιτα για το χωριό. Τότε ο παπάς μαζί με όλους τους κατοίκους επήγαινε και την υποδεχτήκανε. Αφού ο παπάς εδιάβασε τσι προσευχές του εγιάγυρε συγκλονισμένος στην εκκλησία και ήπιασε ένα παλιό Πεντηκοστάρι και ήγραψε το ιστορικό για να το μάθουνε όλοι και να μη ξεχαστεί πως το’ ζησε κι αυτός και μάλιστας δενξ εκάθουντονε με σταυρωμένα χέρια αλλά ήκαμε το κατιτίς του.

Μα κι όλοι οι χωριανοί ήτονε κατενθουσιασμένοι. Ακόμη και όσοι αντιδρούσανε άσκημα στην αρχή εδά ήτονε πολύ ευχαριστημένοι, όχι βέβαια για το δρόμο τον οποίο δεν είχανε σκοπό να τον επεράσουνε ούτε προπατάρηδες γιατί εβγήκε τελικά πολύ γαγλωτός και συφέρνανε καλιά τα ξεστράθια, αλλά για τη μεγάλη χαρά που τως ήδωκε η μπολντόζα και που χάρη σ’ αυτή εμάθανε «το τι εστί εξέλιξις». Χαλάλι και οι φασαρίες που κάμανε, και τα χωράφια που χαραμίσανε και το νερό που τως επήρανε οι Λουκιανοί.

 Την ίδια αργατινή η μπολντόζα εξώμεινε στην άκρη του Πάνω Χωριού, και ο μπολντοζιέρης στο πιο επίσημο σπίτι. Παρά τη χωματσούρα που σήκωνε τόνε θέκανε στα καλύτερα ρούχα, γιατί τέθοιους άντρες δε τσι κονεύγεις κάθε μέρα.

 Τα χρόνια που ακολούθησαν, εκουστήκανε πολλές ιστορίες αλλά εγώ δε τσι πιστεύω όλες. Ειπώθηκε φεριπείν πως οι Πανωχωριανές για να περιποιηθούνε τη μπολντόζα τσι σιμώσανε ένα σκαφάκι νερό και ένα δεμάτι χόρτα αλλά αυτή δε τα λίγωσε…

Μιαν άλλη που είχε το σόχωρό τση κοντά στη μπολντόζα εμεταξέσυρε όλες τσ’ αγκαλιές γιατί φοβήθηκε ίμπας και ποδιασκελίσει τον τράφο και την εξεκουμπίσει. Κι άλλος ένας επήγε ένα γερό δεματικό του μπουλντοζέρη για να τήνε καλοδέσει σ’ ένα δέντρο και του εξήγησε, πως καλιά είναι να σιγουροδένεις παρά να καμπογυρίζεις.

Δεν κατέχω πόσο αληθεύουνε όλες αυτές οι ιστορίες αλλά κατέχω μια αληθινή από πρώτο χέρι:

Ολα τα ωζά μαρτάρικα και ορνικά τα αλλαργάρανε οι βοσκοί από το χωριό. Εκατέχανε βέβαια πως η μπολντόζα δε τρώει κρέας αλλά επίσης εκατέχανε πως όσα φέρνει μια κακή ώρα δε τα φέρνουνε χίλιες ώρες.

Την ίδια αργατινή κιανείς δεν εκλάδεψε τα μάθια του ούτε στο Πάνω ούτε στο Κάτω χωριό. Αλλοι γιατί είχανε έγνοια, άλλοι γιατί είχανε φόβο, άλλοι γιατί ήτονε αναστατωμένοι και άλλοι γιατί εβιάζουντονε να ξημερώσει και να ξαναδούνε τη μπολντόζα.

 Την ίδια εποχή το χωριό ήτονε γεμάτο κοπέλια γιατί κιανείς δεν ήπεφτε κάτω από τα δέκα. Το παλιό σκολειό –το πρώτο του νομού Ηρακλείου- τα χώριε ίσα – ίσα, αλλά χτιστά και πιτακωμένα. Ο δάσκαλος για να μη κρουφτούνε επόβγανε τη μισήν ημέρα τα μισά και την άλλη μισή τα αποδέλοιπα.

Εσκεφτήκανε οι κεφαλές του χωριού να χτίσουνε ένα μεγάλαρο σκολειό που να τα χωρεί όλα. Ενα τέθοιο σκολειό ήτονε απαραίτητο για να μαντρίζει όλα τα κοπέλια και να λείπει η βαβουρανιά τως από τα σοκάκια. Ασε που όση ώρα ήτονε μέσα στο σπίτι εθέλανε να μασουλίζουνε.

Γι’ αυτό όλοι οι χωριανοί δεχτήκανε με την πρώτη να χτιστεί το μεγάλαρο σκολειό και ήτονε όλοι παωμένοι με τσι σκαλίδες και πολεμούσανε να σοπατίσουνε μια τσούρα στο «Πλάι τσ’ εκκλησιάς». Εδά που είδανε τη μπολντόζα εσκεφτήκανε να βάλουνε αυτή να τως εκάμει τη δουλειά.

Πραγματικά την άλλη μέρα , 27 του Μάη αλησμόνητα, επήγε η μπολντόζα στο σημείο που τση δείξανε και ήκαμε σε μιαν ώρα, όλη τη δουλειά που πολέμουνε πολλές μέρες να κάμει ολόκληρο χωριό με τσι σκαλίδες. Με το σωπάτισμα του οικοπέδου του σκολειού εποκάμανε κι οι δουλειές τση μπολντόζας.

Την ίδια μέρα οι γυναίκες που είχανε μπλιο ξεπάρει εσιμώσανε και είδανε κι αυτές το μηχάνημα. Υστερα είπανε: «Ντροπή είναι να φύγει κοτζάμ μπολντόζα από το χωριό μας, ετσά, χωρίς να την αποχερίσομε». Γι’ αυτό εγιαγύρανε στα σπίθια τως και πήρανε ό,τι καλύτερο βρήκανε στσοι κασέλες και πήγανε με όλη τη σοβαρότητα και το πιτίτο τως και στολίσανε τη μπολντόζα από την κορφή σάμε με το χώμα.

Οντε την εστολίσανε εσήκωνε μιας καλής νύφης προύκα. Βούργιες, πατανίες, φελιτσάδες, πατητές και ό,τι άλλο καλό εσάζανε ετότεσάς το κουβαλήσανε και το ρίξανε με τρόπο στο σημείο εκειονά τση μπολντόζας που θαρρούσανε πως τση πήγαινε καλύτερα.

Στο τέλος εκόψανε πολύ-πολύ βασιλικό τον εδέσανε στσι καρφίχτες που είχε στα πλαϊνά του κουβουκλιού και που τσι μπατάρανε κατιτίς σα τ’ αυθιά τση.

 Η μάνα μου που ήτονε τότεσάς 18 χρονώ θυμάται πως δεν εκοιμήθηκε όλη νύχτα σάμε να ξετελέψει τη κορωνέτα σε μια σόπλουμη τριοπατήτηρη πατανία που ήτονε η καλύτερη και η μοναδική του χωριού γιατί δεν ήδινε κιαμιάς τη μόστρα, και ύστερα την ήβαλε στα τεντωμένα χέρια τση και καμαρωτή ήκαμε την ανεγυρίδα του χωριού για να την εδούνε όλοι –ήτονε βέβαια και η κόρη του προέδρου και ήπρεπε να φανεί– και πήγε στα κουτσουμιστά και υην ήδεσε φιόγκο στο υνί τση μπολντόζας.

 Την ίδια μέρα ο δάσκαλος, μεταξύ άλλων, ήγραψε στο «Ιστορικόν Λεύκωμα» του σκολειού κάτω από τσι ημερομηνίες με την «Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως» και τη «Δολοφονία του Καποδιστρίου» το εξής:

«26η Μαϊου 1959. Η Μπολντόζα έφτασε εις το οικόπεδον. Ολοι οι κάτοικοι τη συνόδευον και οι γυναίκες εστόλιζον αυτήν δια ρούχων. Πέτσες, πατανίες, βούργιες. Περί τα 80 τεμάχια έλαβεν ο οδηγός με πολλάς ευχάς…»

Την άλλη έγινε «χοροεσπερίς»  συνεχίζει να γράφει ο δάσκαλος «και οι κάτοικοι χόρεψαν και εόρτασαν το γεγονός».

Εξαιτίας του «γεγονότος» έγιναν το ίδιο βράδυ «τέσσαρις βαπτίσεις των τέκνων του Κοκκινάκη Νικολάου, Μαυρουδή Σαντρονίνο, Γιαχνάκη Ιωάννου και Γιαχνάκη Βασιλείου, καθώς και τρεις αρραβωνιάσεις…»

Ενα από τα τέσσερα κοπέλια που βαφτιστήκανε την ιστορική αυτή βραδιά ήτονε θηλυκό και όλοι επιμένανε πως έπρεπε να το ονομάσουνε «Μπολντόζα». Ευτυχώς όμως που μπήκανε στη μέση οι Παλιοημερολογίτες του χωριού που ήτονε από τσι Σταμαθιανούς και εμέτρα ο λόγος τως. Αυτοί εσκίσανε τα ρούχα τως.

«Αυτό να μη το ξαναπείτε. Το όνομα Μπολντόζα δεν είναι χρισθιανικό γιατί δε το ’χει κιαμιά Αγία τσ’ Εκκλησίας μας. Βέβαια να τιμήσομε τη μπολντόζα γιατί τση γιακιστίζει αλλά με άλλο τρόπο. Δεν παίζουνε με τα μυστήρια τσ’ Εκκλσίας».

Δεν επιμείνανε οι υπόλοιποι χωριανοί γιατί ό, τι και τα ’χανε σασμένα με τσι Παλιοημερολογίτες και δεν εθέλανε άλλες φασαρίες μαζί τως και μάλιστας τέθοια βραδιά. Ετσά κωλώσανε και ονοματίσανε τελικά το κοπέλι Κατίνα που λέγανε και τη γυναίκα του Μπολντοζέρη.

 Δεν ήτονε μόνο ο παπάς και ο δάσκαλος που διαιωνίσανε με τα γραφτά τως το ιστορικό γεγονός. Οι υπόλοιποι χωριανοί που δεν εκατέχανε γράμματα εβγάλανε τραγούδια και μαντινάδες που τα τραγουδούσανε στα γλένδια και στσι χαρές τως.

Τα επόμενα 15 χρόνια, που επέρασε το χωριό την καλύτερη εποχή του, η μπολντόζα δεν ήλειπε από κιαμιά μαντινάδα ανιγυριστική γή ερωτική που λέγανε οι ντελικανίδες στσι χορούς και στσι καντάδες τως.

Ολες σχεδόν οι μαντινάδες είχανε μέσα τως τη λέξη μπολντόζα που η σημασία της ήτονε σπουδαία αφού εδήλωνε όχι μόνο κάτι το «εξαιρετικόν» αλλά και το «ωραίον»:

 

Σα τη μπολντόζα όντε περνά

μ’ όλα τα τάρταλά τση

ετσά ’ναι κι η γιαγάπη μου

σα βάλει τα καλά τση

 

Σα στολιστεί η γιαγάπη μου

και τα κρουλιά τση πλέξει

Σα τη μπολτόζα στέκεται

στση Εκκλησιάς τη μέση

 

Δε τα ’δα αλλού τα κάλλη σου

Ούτε και το κορμί σου,

κι ούτε μπολντόζα θα βρεθεί

να συγκριθεί μαζί σου

 

Σα δε σ’ αρέσει η βοσκική

Απού ’ναι η δουλειά μου

και μπολντοζέρης γίνομαι

για σένα κοπελιά μου

 

Δε τα λυπούμαι τα ωζά

ολα θα τα πουλήσω

και μπολντοζέρης θα γενώ

να ’ρθω να σε ζητήσω

 

 

Ετσά εβγήκε η μπολντόζα στο χωριό κι ετσά ενοίχτηκε ο δρόμος ο οποίος τα πρώτα χρόνια ήτονε απάτητος αφού δεν εβρίχνουντονε ούτα αμάξι ούτε τραχτέρι για να τον επεράσει. Οι χωριανοί πάλι προπατάρηδες επηγαίνανε στσι σταθιές τως.

Ωσπου και για άλλη μια φορά οι κεφαλές του χωριού εκάμανε το κουμάντο τως. Εγκαζάρανε έναν αμάξι για να τσι πηγαίνει κάθε Πέμπτη στ’ Ασήμι όπου εγίνουντονε μεγάλο παζάρι για να σμίγουνε με τσι ξενοπαντρεμένους συγγενείς τως να κάνουνε τα πουσούνια τως και να πουλούνε τη συρμαγιά τως.

Ητονε ένα μεγάλαρο φορτηγό που στην αρχή δεν εσκάμπαζε καθόλου. Οι χωριανές όμως που είναι καλές νοικοκεράδες το περιποιηθήκανε σάμε και το κάμανε αγνώριστο. Του βάλανε κουρτινάκια, αντέλες, κονίσματα, σεμεδάκια, βιόλες, τούλια από μπουμπουνιέρες, και ένα σωρό άλλα φουντουλούκια και το κάμανε να βγορίζει απ’ αλλάργο. Σ’ αυτό το εντυπωσιακό αμάξι που όμοιό του δεν εξανακυκλοφόρησε στη μπάντα μας, εστολίζανε κάθε Πέμπτη σα τσι μέλισσες και πηγαίνανε στο Παζάρι.

Ομως, λίγο η πετρολαδιά, λίγο η ταχύτητα γιατί το πήγαινε με 20, λίγο που εκάθουντονε ξανάκωλα γιατί δεν εθέλανε να καταλάβουνε οι καμπίτες όντεν επερνούσανε από τα χωριά τως πως δε τσ’ υπολογίζανε και τως είχανε γυρισμένη την πλάτη, ήτονε οι αιτίες που ’νεκερώνουντονε. Γι’ αυτό ο οδηγός εσταμάτα κάθε πότε λίγο και τσι κατέβαζε για να τως εχτυπήσει ο αέρας και να ξεράσουνε.

Απείς εφτάσανε στ’ Ασήμι τσι ξεφόρτωνε όξω από το χωριό για να πάρουνε μια πιπιλιά ύπνο αποκάτω στα μουρέλα και να συνέλθουνε από τη διαδρομή.

Αυτό το αμάξι ήτονε γνωστό σ’ όλη την περιοχή ως το «Καπετανιανό Λεωφορείο» και το ζηλεύγανε όλοι. Τα καμπιτάκια μάλιστα όντεν επέρνα από τα χωριά τως το ζυγώνανε, του βάνανε πούλους, του πετούσανε πέτρες, ξύλα και ό,τι άλλο εβρίχνανε ομπρός τως.

Αυτό τ’ αμάξι εκάμπιζε τσι χωριανούς μέχρι τα Χριστούγεννα του 1982 ύστερα οι νέοι Καπετανιανοί εγοράσανε τα τρία πρώτα αμάξα και εξυπηρετούσανε και τσι υπόλοιπους.

Πάντως, μέχρι το 1982 το μοναδικό αμάξι που ήβγαινε στα Καπετανιανά, και αυτό μόνο κάθε Πέμπτη, ήτονε το Καπετανιανό Λεωφορείο, που θα του ’ξιζε ένα μεγάλο αφιέρωμα γιατί και αυτό συνέβαλε όσο τίποτ’ άλλο στην πρόοδο και την εξέλιξη του χωριού μας.

 Απείς εντακάρανε οι χωριανοί και πηγαίνανε στ’ Ασήμι εθωρούσανε ταχτικά διάφορα μηχανήματα. Όμως η εικόνα τση πρώτης μπολντόζας δεν ύφηγε ποτές από το μυαλό τως. Για πολλά χρόνια δεν επέρνα ούτε μιαν ημέρα χωρίς να φέρουνε τη λήτη τση. Αλλά και αυτή εφρόντιζε να μην την εξεχάσουνε και ήρχουντονε μια φορά το χρόνο και καθάριζε τον αμαξωτό από τσι πέτρες και τα χώματα που τσουρούσανε τα ωζά. Και κάθε φορά όλο το χωριό την ανήμενε και την υποδέχουντονε στην πλαταία σα το ρόδο στο μαντήλι.

 Πολλές φορές οντέν εγιάγερνα στο σπίτι μας και ήτονε τ’ αυθιά μου γεμάτα χώματα η μάνα μου μου ’λεγε:

-          «Πάλι τη μπουλντόζα ανήμενες»;

Γιατί όλα τα κοπέλια ανοίγαμε λάκκους στο χώμα και βάναμε μέσα τ’ αυτί μας ίμπας και ’κούσουμε βρούχος.

Και είχαμε τόσονά πολύ εξασκηθεί που ποτέ δεν επέσαμε όξω. Υστερα γυρίζαμε στα σοκάκια και φωνιάζαμε: «Ε….ε….έρχεται»!

Ακόμη και τα χρόνια που ’χα αλλαργάρει από τα Καπετανιανά ο βρούχος τση μπολντόζας μού ήτονε τόσονά αγαπητός που όντε θα λα τονε ’κούσω ήφηνα λυτά – δεμένα κι εγλάκουνα όξω σα ν’ ανήμενα να δω αγαπημένο πρόσωπο, και πολλές φορές ακόμη και όντε δε μου ’κανε μπλιό ανάγκη ήπιανα μέσα στσ’ αφόρητες πλήξεις μου τον ευαυτό μου να λέει:

-          « Θε μου κι ας επρόβερνε μια μπολντόζα».

Κι όπως όλα τα υπόλοιπα κοπέλια του χωριού ετσά κι εγώ ήθελα να γενώ όντε θαν εμεγάλωνα μπολντοζέρης. Και η μετέπειτα επιθυμία μου να γενώ αρχαιολόγος δεν ήτονε άσχετη αφού λίγο οι ανασκαφές, λίγο τα χώματα, τον συνείκαζα με τη μπολντόζα.

Ετσά τελικά αγάπησα το παρελθόν και εισήλθα στα άδυτα της ιστορίας…

 Από το 1981 όμως και ύστερα τα πράματα πήρανε άλλο δρόμο. Το κράτος ήπεψε μια μπολντόζα η οποία εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό και η χαρά μας ήτονε μεγάλη.

Ο μπολντοζέρης και η μπολντοζέρα του ήτονε στη διάθεση του κάθε χωριανού που ήθελε να κάμει έργα. Επληρώνανε μόνο τα καύσιμα τση μπολντόζας και τη φαγοπιοτούρα του μπολντοζέρη και ύστερα αρχίζανε τ’ ανεχουμίσματα. Καθώς μάλιστα τα πια πολλά χωράφια ανήκανε σε όλους αξαδιανεμείτου, και δεν υπήρχε πρόβλημα απ’ αυτή την πλευρά, εβγάλανε το άχτι τως.

Κάθα μέρα και για ολόκληρα χρόνια η μπολντόζα ανεχούμιζε τ’ Αστερούσια και ήκανε πεζούλες, σοπατίσματα, λάκκους, δρόμους και άλλα χωματουργικά έργα τα οποία ούτε χρησίμευσαν ούτε πρόκειται να χρησιμεύσουν. Εσκαφτήκανε ολόκληρα βουνά και ίσα πάνω και ίσα κάτω και ίσα πέρα και ίσα πόδε. Ολος ο τόπος εγίνηκε μια τεράστια χαβούζα και κιανείς δεν ήλεγε να σονίσει.

Δεν επόμεινε επείραχτο κομμάτι σ’ όλη την Καπετανιανή περιφέρεια. Οπου και να ξανοίξεις γύρω από το χωριό θα δεις τη γης ταραγμένη. Εγιναν μέσα σε πέντε χρόνια τόσες πολλές πληγές που θα χρειαστούν αιώνες για να ξανακλείσουν.

 Απάνω που λέγαμε πως είχαμε μπλιό ξεγνοιάσει από τσι μπουλντόζες και ανημέναμε να περάσουνε τα χρόνια και να αστοιβιδιάσει πάλι ο τόπος, εμφανιστήκανε ξαφνικά και σα τσ’ αμανίτους πολλές μπολντόζες.

Οι μπολντόζες αυτές ήτονε σα τα φανταξά. Επαρουσιάζουντονε μιας κοπανιάς και κάνανε μιαν ανασκαφή και ύστερα εχάνουντονε. Ποιος τσι’ πεμπε και ποιος τσι λάλιε ούε είδαμε, ούτε μάθαμε. Τάξε πως ήτονε φωλεμένες σε πράμα ρυακοποταμίδα και καθ’ αργατινή εβγαίνανε για να κάμουνε την κατσουκανιά τως.

Αυτές οι τελευταίες είχανε πονηρό σκοπό. Εγυρεύγανε χρυσά γι’ αυτό εσκάβανε όπου επαρουσίαζε η γης τραφουλάκια βύρσαλα γή όπου υπήρχε ιστορικό για χρυσά και λογάρια.

Δεν επόμεινε πράμα ορθό. Τα τελευταία μόνο χρόνια ενεχουμίσανε πάνω από 80 σημεία που βγορίζανε θεμέλια αρχαίων κτισμάτων (Σώπατα, Οχρια, Αγιος Κύριλλος, Κάτω Μετόχι, Παστρικού, Πύλες, Κάστελος, Καστελάκια, Μονή, Σαλαμιάς, Αϊ-Σάββας, Καλόκαμπος, Τρυπητή, Αϊ-Νικόλας, Κουτσουνάρα, Στέγνη, Κορφάλια, Λεράκια, Καβαλίνης, Καματερά, Κάθια, Πόντα, Αϊ-Γιάννης, Πλάκα, Σιντερόσπηλια, Κούμος, κλπ.) Ακόμη και εκκλησίες ερίξανε κάτω.

Τόσονά πολύ έχουνε αποθρασυνθεί που όσο και να τσ’ αγαπά κιανείς στο τέλος νευριάζει. Εγώ εδά τελευταία που καταστρέψανε  και το καλύτερό μου κομμάτι τον Λογαρότοπο του Κοφίνου, δε τσι θέλω στ’ άστρο μου. Κι όχι μόνο τσι μπολντόζες που φωλεύουνε στα όρη μας αλλά ούτε τσι καμπίτισσες, ούτε αυτές που εγνώρισα κοπέλι.

               Τόσονά πολύ με πληγώσανε και μένα και τον τόπο μου που δεν αγαπάω πλέον καμιά βρωμομπολντόζα.

 

διαβάστε επίσης τις "Μπλεμένες βιόλες" και "Καλώς την την αρκούδα" του Γιώργη Σταματάκη