Παναγιά Αρκουδιώτισσα στο φαράγγι Αυλάκι στο Ακρωτήρι Χανίων

γράφει ο Γιώργης Σταματάκης 

 

Καλώς την την αρκούδα

 

Οντέν ήμουνε μικιό,  έχουνε να λένε, πως ήμουνε τ’ ομορφότερο κοπέλι του χωριού. Ήμουνε λέει καθαρό, άσπρο σα τα χιόνια, με πολλά-πολλά μαλλάκια και ολοστρόγγυλο. Με τ’ ανύχι σου μ’ έσκιζες!

    Επίσης είχα πολύ όμορφα μάθια που ήτονε γεμάτα εξυπνάδα και υποσχέσεις, και όπως όλοι οι έξυπνοι του κόσμου ετούτου, ετσά κι εγώ ήθελα να τα μάθω όλα, γι’ αυτό κι ερώτουνα σύρμα τσι πια μεγάλους.

    Θυμούμαι αλησμόνητα οντέν εκάναμε μια στραθιά με τσι γονέους μου και σάλευγε ομπρός το μουλάρι μας όφκερο, κι αξοπίσω εμείς προπατάρηδες, που ρώτηξα όλο ενδιαφέρον, τη μάνα μου:

  -Γιατί μητέρα δεν καβαλικεύουμε το μουλάρι μας;

    Κι αυτή μου απάντησε:

  -Γιατί σήμερο, παιδί μου, έχει 2 ο Φλεβάρης και είναι τση Παναγίας. Η πια μεγάλη σκόλη του χρόνου. Σήμερο λέει ένας λόγος:

 «Μύλοι αργούνε, δούλοι αργούνε κι οι γάιδαροι σκόλην έχουν»

    Κι ο πατέρας μου αξαποπίσω ήκανε το σταυρό του και ήλεγε:

  -Παναγία μου, Παναγία μου στα παιδιά μου μ’ ετσά σκόλη σήμερο…

    Στσι 2 του Φλεβάρη γροικώ απ’ όνταν εγεννήθηκα να λένε πως είναι η γιορτή τση Παναγίας. Η μεγαλύτερη σκόλη του χρόνου. Τη μέρα αυτή δεν εμεταξεσέρνανε τα έχνη από τη βοσκαριά γιατί ήπρεπε κι αυτά να ξαργήσουνε τη μέρα τση Παναγίας. Άνε τύχαινε όμως στραθιά απ’ αυτές που δε σηκώνουνε αναβολή, ούτε καβαλικεύανε, ούτε φορτώνανε τα χτήματα. Τα βάνανε ομπρός τως και τα λαλούσανε όφκερα. Από πίσω κλουθούσανε αυτοί προπατάρηδες και φορτωμένοι. Και το κάνανε αυτό επειδή τα έχνη δεν νογούνε και παίρνουνε τ’ αφεντικά τως τσ’ αμαρτίες τως οι οποίες μάλιστας επειδή είναι των εχνώ βαραίνουνε διπλά.

    Εδά που μεγάλωσα έχω χάσει πολλά από την αρχική μου ομορφιά. Εσκούρηνα, εδυνάτισα, εσούφρωσα και τα μαλλάκια μου ελιγάνανε.

    Όμως διατηρώ ακόμη τα όμορφα μάθια και τη φιλομάθειά μου.

    Εξακολουθώ να ρωτώ και να μαθαίνω, γι’ αυτό είμαι σήμερο σε θέση να πω με μεγάλη σιγουριά πως στσι δύο του Φλεβάρη δε γιορτάζει τελικά η Παναγία!

    Η συνήθεια να τιμάται η Παναγία στις 2 του Φλεβάρη είναι Κρητικιά και έχει τσι ρίζες τση πολύ βαθιά στο χρόνο. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο είναι αρχαιότερη ακόμη και από την ίδια την Παναγία.

    Υπήρχε στην Κρήτη πολύ πριν από τως Χριστιανούς και τως Έλληνες. Τότε την ονόμαζαν Βριτόμαρτι που σημαίνει «γλυκειά Παρθένος».

    Η ίδια θεά, τον καιρό των Ελλήνων, ταυτίστηκε με μιαν άλλη Παρθένο του ελληνικού πανθέου: την Άρτεμη, η οποία μαζί με το Αγρίμι που είχε συνοδεία ως Βριτόμαρτις, θα έχει μαζί της άλλο ένα έχνος, ξένο με την Κρήτη, που το κουβαλήσανε μαζί μ’ αυτήν, οι καινούργιοι κάτοικοί της: την αρκούδα.

    Η μέρα πού γιόρταζαν οι αρχαίοι Κρητικοί την Άρτεμη – Βριτόμαρτι ήτονε η δεύτερη του δικού τους Φλεβάρη που τότεσάς είχε άλλο όνομα. Την ίδια μέρα δηλαδή που θα συνεχίσουν οι Χριστιανοί πλέον Κρήτες να τιμούν τη δική τως Παρθένο, την Παναγία.

    Η καθαρή αλήθεια όμως είναι πως ούτε η Παναγία γιορτάζει τελικά στσι 2 του Φλεβάρη. Οι Άγιοι Πατέρες της εκκλησίας μας όντεν εμονιταρίσανε για να καταστέσουνε τσι γιορτές και τσι σκόλες ορίσανε τη μέρα αυτή να εορτάζει ο Χριστός. Ετσά το γράψανε σ’ όλα τα χαρθιά και τα τροπάρια, ετσά το θέλενε κι ετσά ήπρεπε να γίνεται, γιατί όπως και να το κάμομε και όσο καλή κι αν είναι η Παναγία, του Χριστού δεν μπορεί ούτε να του σιμώσει.

    Στσι 2 του Φλεβάρη δεν γιορτάζει επομένως η Παναγία. Η γιορτή είναι δεσποτική και όχι θεομητορική. Γιορτάζουμε την Υπαπαντή του Χριστού όπως και στσ’ άλλες δεσποτικές εορτές, γιορτάζουμε τη Γέννηση (25 Δεκέμβρη), την Περιτομή (1 Γενάρη), τη Βάφτιση (6 Γενάρη), τη Μεταμόρφωση (6 Αυγούστου) κ.λπ.

    Και αφού ό,τι ορίσανε οι Άγιοι Πατέρες είναι απαραβίαστος κανόνας, Χρισθιανοί όλου του κόσμου στστι 2 του Φλεβάρη γιορτάζουνε και τιμούνε το Χριστό τως. Μόνο οι Κρητικοί δεν το καντίσανε. Δυο χιλιάδες χρόνια τώρα γιορτάζουνε τη μέρα αυτή την Παναγία. Ούτε που το κατέχουνε ούτε που θένε να το μάθουνε πως η γιορτή αυτή είναι του Χριστού. Οι 80, περίπου, εκκλησίες τση Κρήτης που είναι αφιερωμένες στην Υπαπαντή αποκαλούνται, πεισματικά σχεδόν, Παναγίες.

    Ετσά όσοι πάνε τη μέρα αυτή στην εκκλησία γροικούνε πως όλα τα γράμματα μιλούνε για το Χριστό, οντέ πορίζουνε όμως ώρα ’πολειτουργιάς, λένε πως εκάμανε τη γιορτή τση Παναγίας που είναι η μεγαλύτερη του χρόνου.

    Ετούτο βέβαια δεν είναι ανεξήγητο. Χιλιάδες χρόνια τιμούσανε την ίδια μέρα μια γυναίκα. Στην αρχή τη λέγανε Βριτόμαρτι, ύστερα Άρτεμη και για ένα διάστημα και με τα δυο ονόματα χωρίς να μπορούνε μπλιο να τα ξεκαθαρίσουνε.

    Όντεν εγενίκανε Χρισθιανοί, και μάλιστα καλοί και συνειδητοί δεν εμπορέσανε να ξεσυνηθίσουνε. Στσι 2 του Φλεβάρη εθέλανε κι αυτοί μια θεά Παρθένο, όπως και όλοι οι πρόγονοί τως. Δεν εμπορούσανε να τιμούνε και να γιορτάζουνε έναν άντρα γιατί η συνήθεια πολλές φορές είναι πια δυνατή από την αλήθεια και την πραγματικότητα.

    Δεν το κάνανε βέβαια ούτε εξεπίτηδες ούτε από εξυπνάδα, όπως το κάνουνε μερικοί – μερικοί σήμερο που θένε, σώνει και καλά, με τέθοια πραματάκια ν’ αποδείξουνε πως είναι απόγονοι των αρχαίων. Και δεν το κάνανε γιατί οι Κρητικοί από τον καιρό που χρισθιανέψανε και τα χρόνια που ’ρθανε αξαποπίσω δεν είχανε τέθοιας λοής αμφιβολίες. Ούτε που πέρασε ποτές από το μυαλό τως πως μπορεί να είναι άλλο πράμα από αυτό που ήτονε. Δηλαδή Κρητικοί.

    Γι’ αυτό κι οντέν ορίσανε οι Άγιοι Πατέρες να γιορτάζει ο Χριστός τη δεύτερη μέρα του Φλεβάρη, αυτοί συνεχίσανε να κάνουνε την ίδια γιορτή που ήτουνε μαθημένοι.

    Ετσά η μεγάλη προχριστιανική γιορτή εγίνηκε χριστιανική και άτυπα άλλα ουσιαστικά αφιερώθηκε από τον λαό την Παναγία.

    Μάλιστα στο Ηράκλειο δεν τους αρκούσε μόνο μιαν ημέρα για να τιμήσουνε την Παναγία την Υπαπαντή, έτσι επέλεξαν και την 13η του Γενάρη που βρίσκεται στη μέση του χρονικού διαστήματος από τα Χριστούγεννα ως την Υπαπαντή και εόρταζαν και τη μέρα εκείνη την Παναγία τη Μεσοϋπαντήτισσα που με τον χρόνο έγινε Μεσοπαντήτισσα.

    Μια σύναξη προς τιμήν της Παναγίας που δεν απαντάται σε κανένα άλλο μέρος της χρισθιανοσύνης παρά μόνο στο Ηράκλειο. Υπήρχε μάλιστα και μιαν εκκλησία με την ονομασία αυτή στο προαύλιο της Αρχιεπισκοπής με μια θαυματουργή εικόνα, που τη λιτανεύανε κάθε Τρίτη, αιώνες ολόκληρους, σ’ όλους τσι δρόμους του Ηρακλείου χωρίς ποτές να ξεβαρεθούνε.

    Τη «Σύναξη» αυτή την καπιντήρανε αργότερα οι Βενετοί. Παρόλο που δεν ήτονε Ορθόδοξοι, επήρανε και την Αρχιεπισκοπή και την εκκλησία με την εικόνα της Μεσοπαντήτισσας. Τόσονα πολύ την αγαπήσανε και δεθήκανε μαζί τση που όντεν εφύγανε για τον τόπο τως την επήρανε.

    Ακόμη σήμερο την έχουνε στη Βενετία και την προσκυνούνε με μεγάλη ευλάβεια και σεβασμό. Όλοι βέβαια κατέχομε ήντα μπιχλιμπιδάτα πράματα έχει η Βενεθιά. Πράμα όμως δε λογαριάζει όπως λογαριάζει την εικόνα της Μεσοπαντήτισσας.

    Αλλά και στο Ηράκλειο μέχρι σήμερο τιμάται η Παναγία στσι 13 του Γενάρη. Έχει γραφτεί και ακολουθία που την εψάλλουνε κάθε χρόνο τη μέρα αυτή στην εκκλησία του Αγίου Τίτου.

    Ετσά παρόλο που αλλάξανε οι εποχές και οι θρησκείες η μεγάλη εορτή της θεάς Παρθένου απέμεινε στην Κρήτη αλλάζοντας μόνο ονόματα.

    Πότες Βριτόμαρτις, πότε Άρτεμης και πότε Παναγία.

    Ανάμεσα στ΄άλλα που κληρονόμησε η Παναγία από τις προκατόχους της ήτονε και το ιερό έχνος τως, η αρκούδα. Έτσι μέχρι και σήμερο η Παναγία που εορτάζει στσι 2 του Φλεβάρη αποκαλείται Αρκουδιώτισσα, Αρκουδιανή, Αρκουδοπαναγία, Αρκούδαινα ή ακόμη και Αρκούδα.

    Όμως ήντα γυρεύει η Αρκούδα στην Κρήτη, τα ήθη τα έθιμα και οι παραδόσεις της;

    Εμείς που διαβάζουμε πολλά χαρθιά γνωρίζουμε ότι έχουνε περάσει από τον τόπο ετούτο λογής – λογής έχνη και μιαρά. Ακόμη και ιπποπόταμοι και ελέφαντες μπογιώ – μπογιώ εζήσανε άλλες εποχές και σήμερα βρίχνουντονε πετρωμένα τα’ απομεινάρια τως.

    Αρκούδες όμως κι απ’ ό,τι όλα δείχνουνε δεν εζήσανε ποτέ και ούτε έχει βρεθεί μέχρι σήμερο σκάρμη τως.

    Παρόλα αυτά ποτέ δεν ήκουσα ούτε θρύλο, ούτε παραμύθι, ούτε τραγούδι για ιπποπόταμο νάνο ή μακρύφυλο. Αντίθετα η αρκούδα παίζει σημαντικό ρόλο στην παράδοσή μας κι ας είναι ξένη και ανεμαζωξαρά.

    Όποιος όμως κάτσει και δώσει σημασία σ’ αυτά που λέγονται για την αρκούδα θα διαπιστώσει ότι αυτοί που τα βγάλανε ούτε έχουνε θωρώντας ούτε έχουνε ιδέα γι’ αυτήν. Τήνε φαντάζονται ως κατιτίς πολλά μεγάλαρο, ξεχούρδικο, μαγαρισμένο και ξεδιάντροπο. Δεν κατέχει τα πρεπά κι ούτ’ έχει τσίπα απάνω τση και γι’ αυτό δείχνει σ’ όλους με το συμπάθιο τον πωπώ τση.

    Γι΄αυτό όντε θένε να προσβάλουνε κάποιον, αλλά πολύ, τόνε λένε αρκούδα, κι αυτός που γροικά αυτή την κουβενδιά προσβάλλεται τόσονα που πάνε τα σιφούνια του ίσα κάτω, και είναι υποχρεωμένος να γρινιάσει τολάιστο ένα χρόνο εκειουνά που του ’πε ετσά βαρύ και άσκημο λόγο.

    Προκαλεί επομένως μεγάλη εντύπωση πώς αυτοί οι θεοσεβούμενοι ανθρώποι που άμα τσι πούνε «αρκούδες» πιάνουνε το Θεό από τον πόδα, αποκαλούνε αρκούδα την Παναγία, και μάλιστα όχι όποια – όποια Παναγία, αλλά την καλύτερή τους, αυτή που γιορτάζει στσι 2 του Φλεβάρη.

    Μετά το ξεκαθάρισμα αυτό, από το οποίο ελπίζω φάνηκε καλά πως δεν είμαι μόνο ένας απλός και γραφικός χωρικός όπως γρικάτε τελευταία, επανέρχομαι στο αγαπημένο μου θέμα, τα ηρωικά και ένδοξα Καπετανιανά που ούτε το μουλάρι μας δε μεταξεσέρνει για να ξαργήσει κι αυτό τη σκόλη τση Παναγίας.

    Παρόλο που δεν υπάρχει στο χωριό τέθοια εκκλησία για να μας εσυνδέει με τη γιορτή συνηθίζομε να λειτουργούμαστε στην Καπετανιανή Παναγία  (που ήτονε πρώτα του Βαθμού και ύστερα του Κύριε  Ελέησον). Ορισμένες πανωχωριανές κατεβάζουνε κι αρτοπλασία. Ο παπάς και οι ανεγνώστες λένε τα τροπάρια του Χριστού γιατί αυτά γράφουνε τα χαρθιά, αλλά πάνε στο βρόντος, αφού τόσανα χρόνια που τα λένε κιανείς δεν τα άκουσε για να μάθει ποιος γιορτάζει. Ύστερα παίρνομε έρτο και αντίντερο, βγαίνομε όλο κατάνυξη στην αυλή και φωνιάζομε ο γης τον άλλο «αρκούδα». Το ίδιο κάνομε και στο δρόμο σάμε να φτάξομε στα σπίθια μας. Όποιος μας επαντίξει αντί για του Θεού το χαιρετισμό θα του πούμε: «Τρύπωξε μέσα Αρκούδα» ή άμα είναι κοζαλής και τόνε ντρεπόμαστενε του λέμε πια ελαφρά «Καλώς τη την Αρκούδα».

    Ετουτονά γίνεται όλη τη μέρα. Ο γης χωριανός λέει τον άλλο «αρκούδα» και ενώ από τη μία δεν κατέχουνε καθόλου ήντα ’ναι αυτό το πράμα κι από την άλλη κατέχουνε καλά πως είναι έθιμο παραξηγούνται τόσονά πολύ που έρχουνται στα χέρια.

    Μια χρονιά πρίχου 20 με 25 χρόνια εκυκλοφόρησε πως ήφταξε στο χωριό μας ένας ατζίγγανος με μιαν αρκούδα. Δεν ήτονε βέβαια ζευγάρι παρόλο που όντεν εκούστηκε όλοι ετούτονα εβάλανε στο νου τως. Όλο το χωριό ενελώθηκε. Επιτέλους ήφταξε ο καιρός να δούνε μιαν αρκούδα. Επειδή όμως δεν ήτονε 2 του Φλεβάρη ελέγανε μεταξύ τως:

  -Πάμε να δούμε την αρκούδα με το συμπάθιο ή

  -Είδες εσύ την αρκούδα χάμω θωρώ και λέω το; ή

  -Κοντό δακάνει –με συγχωρείτε κιόλας- η γιαρκούδα;

    Τόσονα κακό πράμα, το θαρρούσανε που δε μπορούσανε να πούνε τ’ όνομά τση σκέτο χωρίς να βάλουνε σκιάς μια λέξη που να φανερώνει «συγνώμη» γιατί αλλιώς ήτονε έτοιμος να παραξηγήσει ο συνομιλητής τως.

    Όντεν εφτάξανε στσι «Στέκιες» επογοητευτήκανε εντελώς με το πράμα που είδανε.

  -«Αυτό δεν είναι αρκούδα, με το συμπάθιο» ελέγανε όλοι, «αυτό είναι έχνος». Και χυθήκανε ντελόγο τ’ ατζιγγάνου που πήγε να τσι ξεγελάσει.

  -«Ήντα μας επέρασες», του φωνιάζανε, «παράγουρους; Θαρρείς πως δεν μπορούμε να ξεχωρίσομε ένα έχνος από μιαν αρκούδα –μας συγχωρείτε κιόλας- στραβοί είμαστε γή κοπέλια!»

    Άδικα ο κακομοίρης ο ατζίγγανος επολέμα να τως εξηγήσει και να το καντίσουνε πως ήτονε αρκούδα το έχνος που ήσερνε.

  -«Όι», του λέγανε. «Δεν είναι ετσά γοι αρκούδες, με το συμπάθιο. Οι γιαρκούδες είναι εντελώς αλλιώς. Είναι ξεχούρδες, μεγάλαρες, ολότρεζες, ανεραϊδάρισσες, μαγαρισμένες, ξετσίπωτες και δείχνουνε τον πωπώ τως. Προπάντων δεν είναι έχνη».

    Έτσι ποβγάλανε τον ατζίγγανο ολομάνιστοι γιατί δεν εντράπηκε λέει να κοροϊδέψει σοβαρούς και ιστάμενους αθρώπους που για τσι ψευθιές του εφήκανε τσι δουλειές τως και τρέχανε στσι «Στέκιες».

    Όντεν εγιαγύρανε στα σπίθια τως, όσοι είχανε γέρους κοιτάμενους, τσ’ ανιμένανε γεμάτοι περιέργεια για να τους επεριγράψουνε αυτό που είδανε.

    Κι αυτοί διηγούντονε:

  -«Δεν ήτονε, χάμω θωρώ και λέω το, αρκούδα. Μια μεγάλαρη και παράγουρη προβάτα μας επαρουσίασε και ήθελε να μας εσιβάσει πως ήτονε αρκούδα. Όμως εμείς δεν την επατήσαμε. Ας πάει του’ παμε στσοι Παρανύφους να τη δείξει που εκειά τα χάφτουνε όλα».

    Τέθοια ιδέα είχανε οι χωριανοί μου για την αρκούδα. Επιστεύανε ακράδαντα πως ήτονε ένα πράμα πολύ κακό. Εντούτοις στσι 2 του Φλεβάρη, χωρίς να ’δρώνει τ’ αυτί τως ελέγανε ετσά τσι φίλους, τσι γειτόνους, τσι συντέκνους τως και μάλιστα χωρίς «συμπάθια» και «συγνώμια».

    Όλοι βέβαια παρεξηγούσανε, αλλά όσο παρεξηγούσανε τόσονα τως το κάνανε εξεπίτηδες οι άλλοι.

    Γι’ αυτό έναν αγαθό χωριανό που ούτε εμάνιζε ούτε επαρεξήγα δε τον είπανε ποτέ «αρκούδα».

    Εγώ πάλι που ήθελα να τα μάθω όλα ερώτουνα τη μάνα μου:

  -Γιατί μητέρα, σήμερο λέμε ο γεις τον άλλο αρκούδα;

    Κι αυτή, αφού πρώτα με μάλωνε, γιατί τα μικρά παιδιά δεν πρέπει να λένε κακά λόγια μου ’ξήγουνε:

  -Οι αρκούδες ζούνε σ’ ένα τόπο αλλάργο από ’παδέ, μα είναι βαρεσάρες και κοιμούνται όλο το χειμώνα. Όντε θα ντακάρει να κρυγιαδουρίζει τρώνε καλά και ύστερα πάνε και θέτουνε σάμε να ζεστομερίσει.

    Στσι 2 του Φλεβάρη σηκώνεται πρώτη η μάνα αρκούδα για να δει τον καιρό. Προβαίρνει στο κατώφλι του σπιθιού τση που βρωμεί και μαγαρίζει κι άμα δει βροχή γή αναφαλωσά γιαγέρνει μέσα και λέει στ’ αρκούδια τση:

  -Σηκωθείτε παιδιά μου και πόκαμε ο χειμώνας.

    Άμα όμως δει πως λιάζει τως ελέει:

  -Μέσα παιδιά μου γιατί ο χειμώνας είναι πολύς ακόμα, και πάνε όλοι μαζί και ξαναθέτουνε.

   Ετσά όσοι θένε να μελετήσουνε τον καιρό λένε πως άμα λιάζει στις 2 του Φλεβάρη ο αποδέλοιπος χειμώνας θα είναι βαρύς, άμα όμως έχει κακοκαιρία θαν είναι λίγος και ελαφρύς.

    Ετούτο το κατέχουνε καλά και οι αρκούδες και ξανοίγουνε τον καιρό για να κάμουνε το κουμάντο τως.

    Δεν είναι όμως μόνο ο καιρός που εξαρτάται από τη μέρα αυτή. Είναι και το εισόδημα. Άμα λιάζει τότε τα εισοδήματα θα είναι λίγα  και φτωχά. Άμα όμως βρέχει θαν είναι πολύ πλούσια. Μια παροιμιά λέει:

    ’Παπαντή καλοβρεμένη κι η κοφίνα γεμισμένη.

     Ετσά ξεκίνησε το παρατήρημα ετούτο για τον καιρό και στο τέλος κατέληξε να πιστεύεται πως τον εκανονίζουνε οι αρκούδες, οι οποίες άμα λιαστούνε θα προκαλέσουνε μεγάλη κακοκαιρία και φτωχή σοδειά.

    Δεν πρέπει επομένως με πράμα να τως εδώσει ο ήλιος στις 2 του Φλεβάρη, γι’ αυτό άμα σμίξουνε οι χωριανοί μου τη μέρα αυτή να κυκλοφορούνε όξω, αρπούνται ντελόγο τάξε πως είναι στ’ αλήθεια αρκούδες:

  -Δεν το κατέχεις πως σήμερο δε λιάζουνται οι αρκούδες;

  -Τρύπωξε μέσα γιατί θα μας εχαντακώσεις.

  -Εσύ θαν είσαι η αιτία να πεινάσει το χωριό μας.

  -Αφού θωρείς πως λιάζει γιάντα επόρισες;

    Μάλιστα ορισμένοι κι ορισμένες άμα έχει καλοκαιρία δε βγαίνουνε καθόλου από το σπίτι τως. Κι αυτό γιατί δε θένε να κουτελώσουνε με άλλο χωριανό και ν’ ακούσουνε όλα τα παραπάνω.

    Κάθουνται όμως μέσα στο σπίτι και παραγαδεύουνε από το παραθύρι. Όποιο δούνε να περνοδιαβαίνει τον επουλαρίζουνε γιατί πιστεύουνε στ’ αλήθεια πως τα πράματα θα πάνε άσχημα και θα φταίει η αρκούδα – συγχωριανός που πόρισε στον ήλιο.

    Ένα άλλο πάλι συνήθειο πού ’χουνε στο χωριό μας και σχετίζεται μ’ όλα τα παραπάνω, το οποίο δεν κατέχω άνε το ’χουνε αλλού είναι τούτο:

    Όποιος πιστεύει πως ένας χωριανός είναι «αρκούδα» πάει την παραμονή τσ’ Υπαπαντής και του δένει την πόρτα για να μην μπορεί να πορίσει την άλλη μέρα να λιαστεί και να προκαλέσει κακοκαιρία και φτωχή σοδειά.

    Άλλη πάλι φορά – και αυτό είναι το χειρότερο- πολλοί χωριανοί μαζί μονοπαντίζουνε και βγάνουνε το πόρισμα για το ποιος είναι η αρκούδα του χωριού. Οντέ θα επιλέξουνε το άτομο πάνε τη νύχτα και τον εσφαλίζουνε μέσα με τέθοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί με πράμα να κυκλοφορήσει την άλλη μέρα στο δρόμο.

    Μεγαλύτερο ρεζιλίκι δεν υπάρχει απ’ αυτό:

    Όποιος ξυπνήσει τη μέρα τσ’ Υπαπαντής και δει την πόρτα του δεμένη στεναχωριέται στ’ αλήθεια γιατί καταλαβαίνει πως το χωριό τον εθεωρεί «αρκούδα» και πιστεύει πως αυτός φταίει για τα κακά που το βρίχνουνε.

    Την ίδια αργατινή στσ’ αποσπερίδες τον εκουβεδιάζει όλο το χωριό:

    -Ποιος εβρέθηκε οφέτος δεμένος, αναρωθιούνται και πολεμούνε να δούνε άνε πέσουνε μέσα. Όντε θα καταλήξουνε στο ποιος τελικά είναι του λένε το μεγάλο βλάστημο.

    Με την πάροδο του χρόνου εβρίχνουντονε όλο και περισσότερες πόρτες δεμένες γιατί ο κάθε χωριανός ήδενε εκειονά που πίστευε πως μπορεί να βλάψει το χωριό ως αρκούδα.

    Ορισμένες χρονιές επορίζανε μετά τα μεσάνυχτα οργανωμένα οι ντελικανήδες και τα τζαναβάρια και δένανε όλες τσι πόρτες του χωριού. Όλη νύχτα εντέλουντονε να μεσοπαντίσουνε μεσοδόκια, σκοινιά, χαράκια, τέλια και σίντερα για να δέσουνε τόσονα σίγουρα τσι πόρτες που να μη τσ’ ανοίγει ούτε μπουρμπάδα.

    Όποιος πιάσει τα σπίθια, ένα-ένα, του χωριού και τα περιεργαστεί θα πομείνει με την εντύπωση πως εχτιστήκανε για το σκοπό αυτό. Δηλαδή να είναι εύκολο και αποτελεσματικό το σφάλισμα τως. Όλα τα σπίθια έχουνε μόνο μια πόρτα και μόνο απ’ αυτή μπορεί να μπει γή να πορίσει κιανείς. Τα παραθύρια βρίσκουνται όλα πολύ ψηλά για να φτάνουνται κι έχουνε όλα σιντεριές σφηνωμένες στα πελέκια. Πια εύκολα χαλά το σπίτι παρά οι σιντεριές αυτές.

    Ύστερα, εξωτερικά του σπιθιού και πάντα κοντά στην αμοναχεμένη πόρτα υπάρχουνε θελόπετρες που είναι χτισμένες στον τοίχο και στις οποίες εδένανε τα χτήματα και τα μαρτάρικα.

    Ετσά με ένα τέλι γή ένα σκοινί ήτονε εύκολο η πόρτα από το κερκέλι τση στη θελόπετρα. Όμως δεν εσταματούσανε μόνο εκειά. Εδένανε την πόρτα στη θελόπετρα κι ύστερα σε δεντρά γή σε ριζιμιά χαράκια. Άλλες φορές πάλι εκουλουμουντρούσανε πέτρες, ολόκληρα ντουμουρούκια, και χτίζανε την πόρτα γή την εντικουρίζανε με μεσοδόκια.

    Ετσά, όποιον εσφαλίζανε μέσα δύσκολα εκατάφερνε να πορίσει αμοναχός του. Πολλές φορές εχρειάζουντονε να μαζωχτούνε πολλοί νομάτοι για να τον απελευθερώσουνε.

    Ύστερα οι ντελικανήδες επηγαίνανε στα σπίθια τως και εσφάλιζε ο ένας τον άλλο. Ο τελευταίος ήφευγε από το χωριό και κατέβαινε σε συγγενικό σπίτι στον κάμπο και ξώμενε.

    Δε χρειάζεται βέβαια να περιγράψει κιανείς την άλλη μέρα που ξυπνούσανε  οι σφιχτοσφαλισμένοι, τα μούτρα τως και την ψυχική τως οδύνη. Κιανείς δε το ’παιρνε ούτε στ’ αστεία ούτε ως αντέτι. Όλοι το παίρνανε κατάκαρδα έμου γιατί δεν τους ήρεσε να τσι λογαριάζουνε με τσ’ αρκούδες έμου γιατί δεν εμπορούσανε να πορίσουνε να πάνε στσι δουλειές τως και προπάντων στο μέρος. Κιανείς δεν είχε μέσα καμπινέ κι ιδίως όσοι είχανε πολλά κοπέλια, που ήτονε και οι περισσότεροι, εκάνανε τσιχλί-μπιντρί το σπίτι.

    Κατά το κολατσό εκαταφέρνανε καμπόσοι γή να σπάσουνε την πόρτα γή να βρούνε άλλο τρόπο να πορίσουνε. Όμως κιανείς δεν εδιανογούντονε να πάει να λύσει και να ελευτερώσει και τσι υπολοίπους. Εθωρούσανε οι αμολυτοί τσι δεμένες πόρτες και λέγανε:

  «Καλά να πάθουνε. Αστσι μέσα τσ’ αρκούδες».

    Μα και οι απομέσα σπάνια μιλούνε για να ζητήξουνε βοήθεια από τσι γειτόνους. Ένας – ένας, σα τον μουζωμένο, επολέμα να βρει αμοναχός του την άκρη.

    Βράδυ – βράδυ μπλιο με τον ένα γή τον άλλο τρόπο οι πια πολλοί είναι πορισμένοι. Απείς θα βασιλέψει ο ήλιος και ποκάμει ο κίντυνος –να λιαστούνε οι αρκούδες- βοηθούνε και οι γειτόνοι και τσ’ ελευθερώνουνε όλους. Το πρόβλημα υπάρχει μόνο στ’ ακριανά σπίθια που δεν υπάρχουνε γειτόνοι και τσι πια πολλές βολές τσι ξεχνούνε.

    Μια χρονιά στη γειτονιά του Πατριώτη που ήτονε μόνο δυο σπίθια κατοικημένα δεν εβρέθηκε κιανείς να βοηθήσει. Αργά – αργά εκατάφερε ο ένας και βγήκε από την καμινάδα. Οντέν επάτησε στην ταράτσα δεν εβγόριζε μόνο τ’ ασπράδι των αμαθιώ του.

    Ο άλλος τον είδε από το παραθύρι. Είχε σηκωμένη όρθια την κασέλα κι απάνω σ’ αυτή είχε βαρμένο ένα τραπέζι κι απάνω στο τραπέζι μια καρέκλα για να φτάξει στο παραθύρι, και να ξανοίγει μπα να περάσει κιανείς να τον ελύσει. Οντέν είδε το γείτονά του να βγαίνει από την καμινάδα εγίνηκε ολιόχαρος. Εντάκαρε και του φώνιαζε, μα άδικα, γιατί ο άλλος ήτονε ολιόκουφος.

    Στο τέλος εκατέβηκε από τη σκαλωσιά, επήρε τσι πατάτες και τσι πέτα από το παραθύρι με την ελπίδα πως θα λα δώσει κιαμιά στον κουφό και να τον επάρει χαμπάρι. Πράμα όμως. Ήτρωγε ο κουφός τσι πατάτες στην πλάτη και αντί να ξανοίξει θω το παραθύρι του γειτόνου εξάνοιγε τον ουρανό. Οι κακές γώσσες είπανε πως το ’κανε επίτηδες για να μη λύσει το γείτονα. Και ο γείτονας το κατάλαβε και του γκρίνισε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

    Μιαν άλλη πάλι χρονιά εδέσανε τον μπάρμπα μου τον Μπελιδογιάννη με τη θειά μου την Μπελιδογιάννενα, που το σπίτι τως είναι το τελευταίο του χωριού και ύστερα τσι ξεχάσανε και κάμανε πέντε μέρες μέσα σφαλισμένοι.

    Και σήμερο ακόμη παρόλο που λιγάνανε και παραξενέψανε οι χωριανοί μου δε περνά χρονιά που να μη βρεθεί τολάιστο ένας δεμένος. Δεν κατέχω που τη βρίχνουνε ακόμη την όρεξη να γυρίζουνε οληνύχτα με τα τέλια και τα μεσοδόκια και να γροικούνε όλη την άλλη μέρα τσι βλαστημιές τω δεμένω.

   Τελευταία όμως φορά που δεθήκανε όλες οι πόρτες του χωριού ήτονε όντεν είχαμε εφημέριο στην ενορία μας ένα ξενομπασάρη και πειραχτούρη παπά. Αυτουνού ήπιασε τ’ αυτί του μια μέρα στο μαγαζί το αντέντι ετούτονα με τσ’ αρκούδες και απ’ ό,τι φαίνεται τού ’ρεξε. Όμως δεν εκατάλαβε πως σηκώνει τέθοια μεγάλη παρεξήγηση.

    Έτσι την παραμονή τσ’ Υπαπαντής ηγόρασε δυο κουλούρες σίγουρο σκοινί, το οποίο μάλιστα το χρέωσε στην ενορία γιατί εθάριε πως ήκανε θεάρετο έργο αφού βοήθουνε να συνεχιστεί ένα έθιμο. Απείς ήλλαξε η νύχτα ήρθε κατσά – κατσά από το χωριό του και ντάκαρε να δένει στι πόρτες. Οι χωριανοί μου που θέτουνε απονωρωπάς, εκοιμούντονε όλοι του λαπεθιού.

    Σάμε να ξημερώσει είχε δεμένες όλες τσι πόρτες. Ύστερα πήγε στην εκκλησία και ντάκαρε και ήπαιζε με την όρεξή του την καμπάνα, ίχι μου, να σηκωθούνε οι χωριανοί και να πάνε να λειτουργηθούνε.

    Κιανείς βέβαια δεν επήγε, ούτε ο καντηλανάφτης, ούτε ο ανεγνώστης, ούτε οι επιτρόποι, ούτε ο πανωχωριανός που ’χανε τσ’ αρτοπλασίες, γιατί κιανείς δεν ημπόριε να λύσει την πόρτα του.

    Και σαν να μην ήφτανε αυτό, εγύριζε ύστερα ο παπάς στα σοκάκια και φώνιαζε:

  -Μέσα οι αρκούδες!

    Οι χωριανοί εγενήκανε μπιρντί – μπιρντί:

  -Να μας ελένε ’δα αρκούδες οι εδικοί μας, μα να μας ελένε και οι ξένοι!

    Με πράμα δεν εμπορέσανε να το συγχωρήσουνε το ρεζιλίκι ετούτονα που τως ήκαμε ο εφημέριός τως. Ούτε με τσι συγνώμες του, ούτε με τα παρακάλια του.

    Ίδια την άλλη μέρα τον επήγανε στον δεσπότη, ο οποίος έκπληκτος εγροίκα ένα χωριό να του διηγάται πως ο παπάς ήδεσε ολονώ τσι πόρτες και ύστερα ήπαιξε την καμπάνα και τσι φώνιαζε αρκούδες.

    Επολέμησε βέβαια ο παπάς να δικαιολογηθεί, μα και οι χωριανοί εβάλανε λυτούς – δεμένους μέσον και τον εποβγάλανε απ’ όλη τη μητρόπολη. Εδά γροικώ πως είναι στο εξωτερικό και προσφέρει τσι πνευματικές του υπηρεσίες στην ομογένεια.

    Δεν κατέχω όμως άμα του ’κούει ακόμη ν’ αναβιώνει τα έθιμα που δεν κατέχει.

    Όσοι χωριανοί βρεθούνε δεμένοι μια χρονιά λένε συντουνούς τως:

  -Τελευταία φορά που την επατώ. Του χρόνου θα κάμω το κολάι μου κι όποιος μπορεί ας σιμώσει να με δέσει.

    Σάμε την άλλη χρονιά όμως δε θυμούνται πράμα. Το ίδιο το λένε κι οντέ θα χιονίσει, γιατί αφήνουνε τσι παλάμες όπου τύχει κι όντε θα ξημερώσει η χιονιά δεν έχουνε πώς να βγάλουνε το χιόνι από τα σκαλούνια τως.

    Ένα ολόκληρο χωριό και δεν θυμάται άθρωπος πού έχει την παλάμη του αφητή να σκάψει στα χιόνια να τη βρει. Κάθε χρόνο που παθαίνουνε τη νίλα, λένε:

  -Τελευταία φορά οφέτος. Από του χρόνου όντε θα θωρώ τον καιρό να μπαμπαρολιάζει θα βάνω μέσα την παλάμη.

    Όμως είναι όλοι τως ανεμελιάρηδες και του χρόνου βρίσκουνται στην ίδια ακριβώς κατάσταση. Ούτε την παλάμη τως έχουνε ποθές ποσκιασμένη, ούτε το κολάι τως έχουνε καμωμένο για να μη βρεθούνε δεμένοι.

    Οφέτος εβρέθηκε μόνο ένας χωριανός δεμένος.

    Ήλεγα στην αρχή να μην γράψω ποιος, μα όσο περνά η ώρα δεν μπορώ να το χωνέψω.

    Δεν με τιμά βέβαια και ούτε μου στέκει, μα αυτός που δέσανε ήμουνε εγώ, και γίνηκα άνω – κάτω γιατί εθάρουνα πως το νάμι μου είναι ένα.

    Μπορεί βέβαια το δέσιμο ετούτο να στάθηκε αφορμή να γραφτεί αυτό το γράμμα αλλά εγώ παρεξήγησα γιατί ήπρεπε να παρεξηγήσω και μάλιστα πολύ.

    Αφορούμαι όμως ποιος μού ’καμε αυτό το ρεζιλίκι και του χρόνου θα τονε δέσω ετσά σίγουρα που θ’ αποκρυγιώσει δεμένος.

 

 

διαβάστε επίσης τις "Μπλεμένες βιόλες" και τη "Μπολτόζα" του Γιώργη Σταματάκη